Τοπική Οικονομία

Η βιοτεχνική παραγωγή

Η βιοτεχνία κατείχε σημαντικό ρόλο στην οικονομική συγκρότηση της Αγιάσου και η ανάπτυξή της είχε καταστήσει την Αγιάσο ένα σπουδαίο βιοτεχνικό και εμπορικό κέντρο της Λέσβου. Η μετοίκηση μεγάλου πλήθους ανθρώπων στις αρχές του 18ου αιώνα στην Αγιάσο, και μάλιστα πολλών καλών τεχνιτών κάθε είδους, και η αντιμετώπιση των αναγκών που δημιουργήθηκαν για την εξυπηρέτηση ενός χωριού, είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία πολλών βιοτεχνιών που τα προϊόντα τους, άριστα ποιοτικά, έγιναν γρήγορα γνωστά και περιζήτητα σ’ όλο το νησί. Είναι πιθανόν ότι η ανάπτυξη της βιοτεχνίας οφείλεται στην ανεπάρκεια της γεωργικής παραγωγής να καλύψει τις βιοποριστικές ανάγκες των κατοίκων της Αγιάσου, οι οποίοι, σύμφωνα με το Στρατή Κολαξιζέλη, έφτασαν τους 7.000-8.000 από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι το 1950 περίπου. Επιπλέον, η έλλειψη άμεσης διεξόδου προς τη θάλασσα, καθώς και η κυρίαρχη μέχρι το 1940 πρακτική του ανταλλακτικού εμπορίου, συνέβαλαν στον προσανατολισμό των κατοίκων στη βιοτεχνική δραστηριότητα.

Οι σημαντικότερες βιοτεχνίες ήταν αυτές που επεξεργάζονταν τον καρπό της ελιάς για την παραγωγή λαδιού, δηλαδή οι παλιοί ελαιόμυλοι, και μετά το 1879 τα ατμοκίνητα ελαιοτριβεία, οι επονομαζόμενες “μηχανές”, που έφτασαν στην Αγιάσο τις πέντε την περίοδο 1900-1940. Πολύ σημαντικές βιοτεχνίες για την τοπική οικονομία ήταν και οι “τσουρχανάδες” ή “κλωσταριά”, που κατασκεύαζαν ελαιόπανα (“τουρβάδες”) για τα ελαιοτριβεία, καθώς και “διαδρόμους”, ένα είδος μακρόστενου καλύμματος δαπέδου. Για τα πρώτα χρησιμοποιούσαν ως πρώτη ύλη αιγότριχα από τη Μακεδονία και κυρίως τη Χαλκιδική, ενώ για τους δεύτερους κυρίως ντόπια αιγότριχα, ή αργότερα ίνες ινδικής κάνναβης.

Μέχρι το 1940 υπήρχαν πολλές άλλες βιοτεχνίες μικρότερης σημασίας, οι οποίες έπαιζαν αρκετά σημαντικό ρόλο στην τοπική οικονομία. Όπως αναφέρει σε σχετικό του άρθρο ο Στρατής Αναστασέλης, την περίοδο 1900 – 1940 υπήρχαν μεταξύ άλλων : 16 “καπιστράδες-τσιρβουλάδες” που έφτιαχναν ιπποσκευές και υποδήματα, καθώς και 4 “κετσετζήδες” που επεξεργάζονταν τον “κετσέ”, είδος σκληρού υφάσματος από ξασμένο αρνόμαλλο, 16 βυρσοδέψες (“ταμπάκ’δις”), περισσότεροι από 20 σακκοποιοί (“ιμ’τάφ’δις”) που κατασκεύαζαν δισάκια, “λιόπανα” και “διαδρόμους”, 8 σαμαράδες, 6 σαπουνάδες, 27 τσουκαλάδες-αγγειοπλάστες, 26 παπουτσήδες (τσαγκάρηδες), 40 περίπου σιδεράδες – πεταλωτήδες (αλμπάν’δις), 12 “αμπατζήδες” – γουναράδες, 16 φραγκοραφτάδες που έραβαν τις “ευρωπαικές φορεσιές”, 15 υλοτόμοι (“μπισκιτζήδες”), 10 ασβεστάδες, 7 οικογένειες (“σόγια”) χτίστες, 8 οικογένειες μαστόροι και εργάτες σε λιοτρίβια, περισσότεροι από 25 μαραγκοί, 7 νταμαρτζήδες που κατασκεύαζαν κυρίως λίθινες “γωνίες” για τα οικήματα και άλλοι. Οι περισσότερες από τις παραπάνω βιοτεχνικές δραστηριότητες παρήκμασαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, εξαιτίας της ανάπτυξης του εμπορίου και της βιομηχανίας, της εισαγωγής φτηνών βιομηχανικών ειδών από τα νέα παγκόσμια οικονομικά κέντρα και τα μεγάλα εθνικά αστικά κέντρα, του εκχρηματισμού της οικονομίας, της ανάπτυξης νέων τρόπων μεταφοράς των προϊόντων και του μεταναστευτικού ρεύματος.

Ιδιαίτερη αναφορά θα κάνουμε για τη λεγόμενη καλλιτεχνική βιοτεχνία, που στην Αγιάσο εκδηλώνεται με την ανάπτυξη δυο παραδοσιακών τεχνών : της κεραμικής και της ξυλογλυπτικής.

Κεραμική

Η κεραμική τέχνη στην περιοχή της Αγιάσου είναι τόσο παλιά όσο και η ίδια η κωμόπολη. Με τη μεταφορά της εικόνας της Παναγίας και των άλλων κειμηλίων και τη δημιουργία του μοναστηριού, η Αγιάσος έγινε τόπος προσκυνήματος, με αποτέλεσμα τη συρροή πλήθους πιστών, ιδιαίτερα κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας. Για τους λόγους αυτούς, δημιουργείται η ανάγκη μιας αυξημένης παραγωγής πήλινων αντικειμένων, για να καλύψει τις διάφορες ανάγκες του πλήθους των ευσεβών, όπως κουμάρια για το νερό, πινάκια κλπ. Ακόμα, αρχίζουν να κατασκευάζουν ένα καινούργιο είδος, ένα μικρό δοχείο σε σχήμα στάμνας που το χρησιμοποιούσαν οι προσκυνητές για να μεταφέρουν τον αγιασμό στο σπίτι τους, όπως και διάφορα μικρά διακοσμητικά αντικείμενα από πηλό. Το πρώτο αγγειοπλαστείο χτίζεται στο μοναστήρι του Αγάθωνα. Ο ίδιος ήταν γνώστης της κεραμικής τέχνης πριν έρθει εδώ. Μαζί με τους καλόγερους κατασκευάζουν τα πρώτα αγγεία (τον 8ο – 9ο αιώνα).

Τα αγγεία των μοναχών ήταν κυρίως τα υδροδοχεία, οι στάμνες και τα πιθάρια. Αργότερα και μέσα στο βυζαντινό παρελθόν, νέες κεραμικές μορφές βγήκαν από τα μετέπειτα εργαστήρια που γέμισε ο τόπος : το μετρίδι, η κακάβη, το κουτρούβι, το τσιροκούμαρο, τα λαγήνια. Τα λαγήνια ήταν δοχεία μεταφοράς χρήσιμα για πολλούς σκοπούς. Μ’ αυτά έσβηναν τις πυρκαγιές και αντικαθιστούσαν τους γκαζοντενεκέδες μαζί με τα κουμάρια.
Δύο νέα μουσικά κεραμικά προστέθηκαν : Το πρώτο υπήρχε και είναι το ντουμπελέκι (είδος μικρού νταουλιού, που το δέρμα εφαρμόζεται πάνω στο σώμα ενός πήλινου αγγείου). Το χρησιμοποιούσαν στα κάλαντα και στα πανηγύρια. Το δεύτερο ήταν η πήλινη φλογέρα. Το έφεραν οι διωγμένοι από την Πενθίλη, όταν μετοίκησαν κοντά στο μοναστήρι της «Αγίας Σιών». Το γιουβέτσι και το κροντήρι ήταν ευχάριστα πήλινα αγγεία για τους καλοφαγάδες. Το ένα έδινε νοστιμιά στα ψητά και το άλλο ήταν κρασοκανάτα.

Το 1864 δημιουργείται πιθανόν το συντεχνιακό ταμείο. Αυτό αποδεικνύεται από έναν κουμπαρά που βρισκόταν στην κατοχή του Νίκου Κουρτζή, στον οποίο έριχναν χρήματα για τις ανάγκες του σιναφιού. Οι δυο μεγάλες πλευρές του είναι εικονογραφημένες. Στη μία εικονίζεται ο προστάτης των κεραμοποιών, ο Άγιος Χαράλαμπος. Στην άλλη είναι γραμμένη η φράση «δαπάνη του ισναφιού των Τσουκαλάδων εν έτει 1864». Στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας (1900-1912) ο Ηλίας Κουρτζής εγκαταλείπει την οικιακή κεραμική για να περάσει στη διακοσμητική, αντιγράφοντας κλασικά πρότυπα.

Το 1922 έρχεται στην Αγιάσο, από τη Βήγα του Τσανάκ-Καλέ, ο Αναστάσης Χατζηγιάννης. Κεραμίστας ήδη έμπειρος, αφού είχε μαθητεύσει στο εργαστήρι κεραμικής που είχε ο πατέρας του Συμεών και ο παππούς του. Το μπόλιασμα του ντόπιου δυναμικού της Αγιάσου με κεραμίστες από το Τσανάκ-Καλέ, ιδιαίτερα μετά την καταστροφή του 1922, θα συμβάλλει στην καθιέρωση νέων συσκευών και διακοσμητικών τρόπων που συνηθίζονταν στο μεγάλο μικρασιατικό κέντρο κεραμικής των Δαρδανελλίων.

Όταν οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες άλλαξαν και τα χρηστικά κεραμικά έπαψαν να είναι απαραίτητα στη ζωή των ανθρώπων – κυρίως από τη δεκαετία του 1960 και μετά -, αρκετά ήταν τα εργαστήρια που έκλεισαν. Αρκετά ήταν, όμως, και τα εργαστήρια που προσαρμόστηκαν στις νέες συνθήκες. Στην Αγιάσο, στο Βόλο, στο Μαρούσι και αλλού, οι αγγειοπλάστες επικέντρωσαν την προσοχή τους σε αντικείμενα διακοσμητικού χαρακτήρα, τουριστικά ενθυμήματα, γλάστρες και άλλα τέτοια. Πήλινα ομοιώματα ζώων, πουλιών, φρούτων, μικρές ολόγλυφες παραστάσεις μικρής καθημερινής «λαϊκής» ζωής – ψαράδες, βαρκάρηδες, γεωργοί -, πιάτα διακοσμημένα με ανάλογες παραστάσεις και προορισμένα όχι για το τραπέζι αλλά για τον τοίχο, κεραμικά με μαυρισμένη επιφάνεια, αγγεία που μιμούνταν φόρμες και μοτίβα της αρχαιότητας…

Ξυλογλυπτική

Η παράδοση της ξυλογλυπτικής πρέπει να ξεκινάει από τις τεχνίτες που έφτιαξαν το ξυλόγλυπτο τέμπλο της εκκλησίας της Παναγίας το 1812. Ήταν Έλληνες της Μικράς Ασίας και οι βοηθοί τους πανέξυπνοι Αγιασώτες που κληρονόμησαν την τέχνη τους.

Οι οικογένειες των Σεντουκάδων ονομάστηκαν έτσι, γιατί κάποια μέλη τους έφτιαχναν πολύ καλά σεντούκια. Παρά πολλά σπίτια στην Αγιάσο έχουν παλιά έπιπλα (κυρίως σεντούκια) διακοσμημένα με ξυλόγλυπτα σχέδια.

Ιδιαίτερα ανεπτυγμένη είναι η παραδοσιακή τέχνη της ξυλοτεχνίας σε ξύλο ελιάς και καρυδιάς. Οι επιρροές από τη βυζαντινή τέχνη και το Μικρασιατικό Ελληνισμό την αναδεικνύουν σε ξεχωριστή τεχνοτροπία της εποχής, με ιδιαίτερη απήχηση σε όλο το νησί και στους εμπορικούς συνδέσμους του. Ξακουστές είναι οι αγιασώτικες σκαλιστές εικόνες αλλά και τα σκαλιστικά έπιπλα δουλεμένα στο χέρι με ιδιαίτερο μεράκι από έμπειρους τεχνίτες.

Τα χρόνια του μεσοπολέμου οι τελευταίοι μάστοροι χάνονται, γιατί η κακή οικονομική κατάσταση στη χώρα δεν επέτρεπε να υπάρχει ζήτηση σε τέτοια είδη.

Από το 1949 και μετά ο Δημήτρης Καμαρός, που είχε παππού ξυλογλύπτη και πατέρα υλοτόμο, στήνει ένα μικρό εργαστήριο και ασχολείται με την κατασκευή επίπλων, σε τμήματα των οποίων ενσωματώνει παραδοσιακά ξυλόγλυπτα σχέδια, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί τη δική του ξεχωριστή γραφή. Η φήμη του ξεπερνά τα όρια του νησιού και τα έπιπλά του ταξιδεύουν σ’ όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό κάνοντας σχεδόν το γύρο του κόσμου.

Κοντά του μαθήτευσαν οι περισσότεροι σημερινοί νέοι σκαλιστάδες, καθένας από τους οποίους ανέπτυξε τη δική του προσωπικότητα και τεχνοτροπία. Στο “μαθητικό” δυναμικό του Δ. Καμαρού δεν ανήκει ο Προκόπης Σκοπελίτης, ο κατ’ εξοχήν τεχνίτης σκαλιστών εικόνων, που είναι αυτοδίδακτος, όπως και μερικοί νεότεροι ξυλογλύπτες που δημιουργούν δικές τους σχολές.

Όλα τα ξυλόγλυπτα (σεντούκια, γραφεία, τραπέζια, καρέκλες, κρεβατοκάμαρες, σκρίνια, σεκρετέρ, καθρέφτες, εικόνες κ.λ.π) είναι χειροποίητα, άρτια τεχνικά, και δεν είναι λίγοι εκείνοι που επισκέπτονται την Αγιάσο ειδικά για να παραγγείλουν σκαλιστά χειροποίητα έπιπλα.

 

Η βιοτεχνική παραγωγή

Η βιοτεχνία κατείχε σημαντικό ρόλο στην οικονομική συγκρότηση της Αγιάσου και η ανάπτυξή της είχε καταστήσει την Αγιάσο ένα σπουδαίο βιοτεχνικό και εμπορικό κέντρο της Λέσβου. Η μετοίκηση μεγάλου πλήθους ανθρώπων στις αρχές του 18ου αιώνα στην Αγιάσο, και μάλιστα πολλών καλών τεχνιτών κάθε είδους, και η αντιμετώπιση των αναγκών που δημιουργήθηκαν για την εξυπηρέτηση ενός χωριού, είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία πολλών βιοτεχνιών που τα προϊόντα τους, άριστα ποιοτικά, έγιναν γρήγορα γνωστά και περιζήτητα σ’ όλο το νησί. Είναι πιθανόν ότι η ανάπτυξη της βιοτεχνίας οφείλεται στην ανεπάρκεια της γεωργικής παραγωγής να καλύψει τις βιοποριστικές ανάγκες των κατοίκων της Αγιάσου, οι οποίοι, σύμφωνα με το Στρατή Κολαξιζέλη, έφτασαν τους 7.000-8.000 από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι το 1950 περίπου. Επιπλέον, η έλλειψη άμεσης διεξόδου προς τη θάλασσα, καθώς και η κυρίαρχη μέχρι το 1940 πρακτική του ανταλλακτικού εμπορίου, συνέβαλαν στον προσανατολισμό των κατοίκων στη βιοτεχνική δραστηριότητα.

Οι σημαντικότερες βιοτεχνίες ήταν αυτές που επεξεργάζονταν τον καρπό της ελιάς για την παραγωγή λαδιού, δηλαδή οι παλιοί ελαιόμυλοι, και μετά το 1879 τα ατμοκίνητα ελαιοτριβεία, οι επονομαζόμενες “μηχανές”, που έφτασαν στην Αγιάσο τις πέντε την περίοδο 1900-1940. Πολύ σημαντικές βιοτεχνίες για την τοπική οικονομία ήταν και οι “τσουρχανάδες” ή “κλωσταριά”, που κατασκεύαζαν ελαιόπανα (“τουρβάδες”) για τα ελαιοτριβεία, καθώς και “διαδρόμους”, ένα είδος μακρόστενου καλύμματος δαπέδου. Για τα πρώτα χρησιμοποιούσαν ως πρώτη ύλη αιγότριχα από τη Μακεδονία και κυρίως τη Χαλκιδική, ενώ για τους δεύτερους κυρίως ντόπια αιγότριχα, ή αργότερα ίνες ινδικής κάνναβης.

Μέχρι το 1940 υπήρχαν πολλές άλλες βιοτεχνίες μικρότερης σημασίας, οι οποίες έπαιζαν αρκετά σημαντικό ρόλο στην τοπική οικονομία. Όπως αναφέρει σε σχετικό του άρθρο ο Στρατής Αναστασέλης, την περίοδο 1900 – 1940 υπήρχαν μεταξύ άλλων : 16 “καπιστράδες-τσιρβουλάδες” που έφτιαχναν ιπποσκευές και υποδήματα, καθώς και 4 “κετσετζήδες” που επεξεργάζονταν τον “κετσέ”, είδος σκληρού υφάσματος από ξασμένο αρνόμαλλο, 16 βυρσοδέψες (“ταμπάκ’δις”), περισσότεροι από 20 σακκοποιοί (“ιμ’τάφ’δις”) που κατασκεύαζαν δισάκια, “λιόπανα” και “διαδρόμους”, 8 σαμαράδες, 6 σαπουνάδες, 27 τσουκαλάδες-αγγειοπλάστες, 26 παπουτσήδες (τσαγκάρηδες), 40 περίπου σιδεράδες – πεταλωτήδες (αλμπάν’δις), 12 “αμπατζήδες” – γουναράδες, 16 φραγκοραφτάδες που έραβαν τις “ευρωπαικές φορεσιές”, 15 υλοτόμοι (“μπισκιτζήδες”), 10 ασβεστάδες, 7 οικογένειες (“σόγια”) χτίστες, 8 οικογένειες μαστόροι και εργάτες σε λιοτρίβια, περισσότεροι από 25 μαραγκοί, 7 νταμαρτζήδες που κατασκεύαζαν κυρίως λίθινες “γωνίες” για τα οικήματα και άλλοι. Οι περισσότερες από τις παραπάνω βιοτεχνικές δραστηριότητες παρήκμασαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, εξαιτίας της ανάπτυξης του εμπορίου και της βιομηχανίας, της εισαγωγής φτηνών βιομηχανικών ειδών από τα νέα παγκόσμια οικονομικά κέντρα και τα μεγάλα εθνικά αστικά κέντρα, του εκχρηματισμού της οικονομίας, της ανάπτυξης νέων τρόπων μεταφοράς των προϊόντων και του μεταναστευτικού ρεύματος.

Ιδιαίτερη αναφορά θα κάνουμε για τη λεγόμενη καλλιτεχνική βιοτεχνία, που στην Αγιάσο εκδηλώνεται με την ανάπτυξη δυο παραδοσιακών τεχνών : της κεραμικής και της ξυλογλυπτικής.

Κεραμική

Η κεραμική τέχνη στην περιοχή της Αγιάσου είναι τόσο παλιά όσο και η ίδια η κωμόπολη. Με τη μεταφορά της εικόνας της Παναγίας και των άλλων κειμηλίων και τη δημιουργία του μοναστηριού, η Αγιάσος έγινε τόπος προσκυνήματος, με αποτέλεσμα τη συρροή πλήθους πιστών, ιδιαίτερα κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας. Για τους λόγους αυτούς, δημιουργείται η ανάγκη μιας αυξημένης παραγωγής πήλινων αντικειμένων, για να καλύψει τις διάφορες ανάγκες του πλήθους των ευσεβών, όπως κουμάρια για το νερό, πινάκια κλπ. Ακόμα, αρχίζουν να κατασκευάζουν ένα καινούργιο είδος, ένα μικρό δοχείο σε σχήμα στάμνας που το χρησιμοποιούσαν οι προσκυνητές για να μεταφέρουν τον αγιασμό στο σπίτι τους, όπως και διάφορα μικρά διακοσμητικά αντικείμενα από πηλό. Το πρώτο αγγειοπλαστείο χτίζεται στο μοναστήρι του Αγάθωνα. Ο ίδιος ήταν γνώστης της κεραμικής τέχνης πριν έρθει εδώ. Μαζί με τους καλόγερους κατασκευάζουν τα πρώτα αγγεία (τον 8ο – 9ο αιώνα).

Τα αγγεία των μοναχών ήταν κυρίως τα υδροδοχεία, οι στάμνες και τα πιθάρια. Αργότερα και μέσα στο βυζαντινό παρελθόν, νέες κεραμικές μορφές βγήκαν από τα μετέπειτα εργαστήρια που γέμισε ο τόπος : το μετρίδι, η κακάβη, το κουτρούβι, το τσιροκούμαρο, τα λαγήνια. Τα λαγήνια ήταν δοχεία μεταφοράς χρήσιμα για πολλούς σκοπούς. Μ’ αυτά έσβηναν τις πυρκαγιές και αντικαθιστούσαν τους γκαζοντενεκέδες μαζί με τα κουμάρια.
Δύο νέα μουσικά κεραμικά προστέθηκαν : Το πρώτο υπήρχε και είναι το ντουμπελέκι (είδος μικρού νταουλιού, που το δέρμα εφαρμόζεται πάνω στο σώμα ενός πήλινου αγγείου). Το χρησιμοποιούσαν στα κάλαντα και στα πανηγύρια. Το δεύτερο ήταν η πήλινη φλογέρα. Το έφεραν οι διωγμένοι από την Πενθίλη, όταν μετοίκησαν κοντά στο μοναστήρι της «Αγίας Σιών». Το γιουβέτσι και το κροντήρι ήταν ευχάριστα πήλινα αγγεία για τους καλοφαγάδες. Το ένα έδινε νοστιμιά στα ψητά και το άλλο ήταν κρασοκανάτα.

Το 1864 δημιουργείται πιθανόν το συντεχνιακό ταμείο. Αυτό αποδεικνύεται από έναν κουμπαρά που βρισκόταν στην κατοχή του Νίκου Κουρτζή, στον οποίο έριχναν χρήματα για τις ανάγκες του σιναφιού. Οι δυο μεγάλες πλευρές του είναι εικονογραφημένες. Στη μία εικονίζεται ο προστάτης των κεραμοποιών, ο Άγιος Χαράλαμπος. Στην άλλη είναι γραμμένη η φράση «δαπάνη του ισναφιού των Τσουκαλάδων εν έτει 1864». Στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας (1900-1912) ο Ηλίας Κουρτζής εγκαταλείπει την οικιακή κεραμική για να περάσει στη διακοσμητική, αντιγράφοντας κλασικά πρότυπα.

Το 1922 έρχεται στην Αγιάσο, από τη Βήγα του Τσανάκ-Καλέ, ο Αναστάσης Χατζηγιάννης. Κεραμίστας ήδη έμπειρος, αφού είχε μαθητεύσει στο εργαστήρι κεραμικής που είχε ο πατέρας του Συμεών και ο παππούς του. Το μπόλιασμα του ντόπιου δυναμικού της Αγιάσου με κεραμίστες από το Τσανάκ-Καλέ, ιδιαίτερα μετά την καταστροφή του 1922, θα συμβάλλει στην καθιέρωση νέων συσκευών και διακοσμητικών τρόπων που συνηθίζονταν στο μεγάλο μικρασιατικό κέντρο κεραμικής των Δαρδανελλίων.

Όταν οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες άλλαξαν και τα χρηστικά κεραμικά έπαψαν να είναι απαραίτητα στη ζωή των ανθρώπων – κυρίως από τη δεκαετία του 1960 και μετά -, αρκετά ήταν τα εργαστήρια που έκλεισαν. Αρκετά ήταν, όμως, και τα εργαστήρια που προσαρμόστηκαν στις νέες συνθήκες. Στην Αγιάσο, στο Βόλο, στο Μαρούσι και αλλού, οι αγγειοπλάστες επικέντρωσαν την προσοχή τους σε αντικείμενα διακοσμητικού χαρακτήρα, τουριστικά ενθυμήματα, γλάστρες και άλλα τέτοια. Πήλινα ομοιώματα ζώων, πουλιών, φρούτων, μικρές ολόγλυφες παραστάσεις μικρής καθημερινής «λαϊκής» ζωής – ψαράδες, βαρκάρηδες, γεωργοί -, πιάτα διακοσμημένα με ανάλογες παραστάσεις και προορισμένα όχι για το τραπέζι αλλά για τον τοίχο, κεραμικά με μαυρισμένη επιφάνεια, αγγεία που μιμούνταν φόρμες και μοτίβα της αρχαιότητας…

Ξυλογλυπτική

Η παράδοση της ξυλογλυπτικής πρέπει να ξεκινάει από τις τεχνίτες που έφτιαξαν το ξυλόγλυπτο τέμπλο της εκκλησίας της Παναγίας το 1812. Ήταν Έλληνες της Μικράς Ασίας και οι βοηθοί τους πανέξυπνοι Αγιασώτες που κληρονόμησαν την τέχνη τους.

Οι οικογένειες των Σεντουκάδων ονομάστηκαν έτσι, γιατί κάποια μέλη τους έφτιαχναν πολύ καλά σεντούκια. Παρά πολλά σπίτια στην Αγιάσο έχουν παλιά έπιπλα (κυρίως σεντούκια) διακοσμημένα με ξυλόγλυπτα σχέδια.

Ιδιαίτερα ανεπτυγμένη είναι η παραδοσιακή τέχνη της ξυλοτεχνίας σε ξύλο ελιάς και καρυδιάς. Οι επιρροές από τη βυζαντινή τέχνη και το Μικρασιατικό Ελληνισμό την αναδεικνύουν σε ξεχωριστή τεχνοτροπία της εποχής, με ιδιαίτερη απήχηση σε όλο το νησί και στους εμπορικούς συνδέσμους του. Ξακουστές είναι οι αγιασώτικες σκαλιστές εικόνες αλλά και τα σκαλιστικά έπιπλα δουλεμένα στο χέρι με ιδιαίτερο μεράκι από έμπειρους τεχνίτες.

Τα χρόνια του μεσοπολέμου οι τελευταίοι μάστοροι χάνονται, γιατί η κακή οικονομική κατάσταση στη χώρα δεν επέτρεπε να υπάρχει ζήτηση σε τέτοια είδη.

Από το 1949 και μετά ο Δημήτρης Καμαρός, που είχε παππού ξυλογλύπτη και πατέρα υλοτόμο, στήνει ένα μικρό εργαστήριο και ασχολείται με την κατασκευή επίπλων, σε τμήματα των οποίων ενσωματώνει παραδοσιακά ξυλόγλυπτα σχέδια, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί τη δική του ξεχωριστή γραφή. Η φήμη του ξεπερνά τα όρια του νησιού και τα έπιπλά του ταξιδεύουν σ’ όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό κάνοντας σχεδόν το γύρο του κόσμου.

Κοντά του μαθήτευσαν οι περισσότεροι σημερινοί νέοι σκαλιστάδες, καθένας από τους οποίους ανέπτυξε τη δική του προσωπικότητα και τεχνοτροπία. Στο “μαθητικό” δυναμικό του Δ. Καμαρού δεν ανήκει ο Προκόπης Σκοπελίτης, ο κατ’ εξοχήν τεχνίτης σκαλιστών εικόνων, που είναι αυτοδίδακτος, όπως και μερικοί νεότεροι ξυλογλύπτες που δημιουργούν δικές τους σχολές.

Όλα τα ξυλόγλυπτα (σεντούκια, γραφεία, τραπέζια, καρέκλες, κρεβατοκάμαρες, σκρίνια, σεκρετέρ, καθρέφτες, εικόνες κ.λ.π) είναι χειροποίητα, άρτια τεχνικά, και δεν είναι λίγοι εκείνοι που επισκέπτονται την Αγιάσο ειδικά για να παραγγείλουν σκαλιστά χειροποίητα έπιπλα.