Λαογραφία

Παραδοσιακοί Χοροί

"Ο Χορός"

Σύμφωνα με μαρτυρίες λόγιων του τόπου μας, "ο χορός" έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα και μάλιστα στα αρχαία Καλλιστεία όπου και εκεί χόρευαν "καλλικέλαδαι Παρθέναι". Στη συνέχεια και μάλιστα την εποχή των Σαρακηνών που οι επιδρομές στη Λέσβο όπως και σε άλλα νησιά ήταν συχνές, η παράδοση διασώζει την επιδρομή λεηλασία και σφαγή των κατοίκων ενός παραθαλάσσιου οικισμού του Μανταμάδου(περιοχή Παλιός). Οι επιδρομείς αιχμαλώτισαν τις γυναίκες και αφού σκότωσαν τους γονείς τους τις βασάνισαν και τις ανάγκασαν να χορέψουν. Σε ανάμνηση αυτής της καταστροφής οι ντόπιοι συνέθεσαν ένα τραγούδι που χόρευαν και τραγουδούσαν γυναίκες.

Για χορέψετε κοπέλες! όσπου να΄βγει το φεγγάρι,
κι όσπου να καταπλατύνει κι άνεμος καλός να πάρει.
Τα ξανθά μαλλιά σας φταίγουν, τα καμαρωτά σας φρύδια
και τα μάτια σας τα, μαύρα. γι' άλα! παίξετε παιγνίδια!
Για χορέψετε κοπέλες! σκόνη κάναμε το κάστρο
και κοντεύγει που θα φέξει, της Ανατολής το άστρο...


Με την πάροδο των χρόνων τα λόγια των στίχων αλλάζουν και κατά τη διάρκεια της εβδομάδας του Πάσχα, γυναίκες παντρεμένες και μη χόρευαν σε δημόσιους χώρους με όλη τη χωρική απλότητα και αφέλεια, ενώ παράλληλα τραγουδούσαν. Προφανώς αυτή η εκδήλωση ήταν κατάλοιπο κάποιας ιεροτελεστίας,(θρησκευτικής τελετής). Περί το 1821 ο ίδιος χορός συναντάται και στις Κυδωνίες της Μ.Ασίας.

Στον Μανταμάδο στα μέσα του περασμένου αιώνα διδασκόταν στο Δημοτικό Σχολείο, όπου οι μαθήτριες χόρευαν και τραγουδούσαν παράλληλα. Τα λόγια του τραγουδιού που διασώζονται μέχρι και σήμερα εξυμνούν τη Λέσβο και την ομορφιά των κοριτσιών της.
Αυτός ο χορός είναι συρτός, ονομάζεται Μανταμαδιώτικος, αλλά το όνομα δεν το έδωσαν οι ντόπιοι αλλά οι επισκέπτες, που έβλεπαν τις "Κόρες" του Μανταμάδου να χορεύουν. Στο Μανταμάδο ονομαζόταν απλώς ο χορός. Στις Κυδωνίες χόρευαν μαζί και άντρες, αυτό όμως σύμφωνα με σχόλια των παλαιότερων οφείλεται στον "πολιτισμό" των Κυδωνιών. Αντίθετα στο Μανταμάδο υπήρχε περισσότερος συντηριτισμός.

Τα λόγια του συρτού όπως διαμορφώθηκαν σήμερα είναι τα εξής:

Όμορφο νησί μου ζηλευτό
Λέσβο που' χεις τόση πρασινάδα,
ακριβό διαμάντι του πελάγου είσαι συ
σα νυφούλα είσαι πάντα στολισμένη.

Όμορφο νησί μου ζηλευτό
Λέσβο που' χεις τόση πρασινάδα,
στο Αιγαίο είσαι το πιο όμορφο νησί
Μυτιλήνη είσαι τόσο ξακουσμένη.

Βάρκα εκεί μ' ολόλευκο πανί
στα γαλανά νερά της θάλασσάς μας κυματίζει.
Στο γιαλό το κύμα χαρωπό
φέρνει πάντα τη βάρκα στο λιμάνι.

Στο νησί της Λέσβου πάντα πρόσχαρα γυρνούν
λυγερές κοπέλες που γλυκά χαμογελούν(ε).
Με τραγούδια πάντα οι κοπέλες ξεκινούν
μαργαρίτες κόβουν βιόλες κι ανεμώνες.

Στο νησί της Λέσβου πάντα πρόσχαρα γυρνούν
τα κορίτσια μες στους πράσινους ελιώνες
Με τραγούδια πάντα οι κοπέλες ξεκινούν
μαργαρίτες κόβουν βιόλες κι ανεμώνες.

Βάρκα εκεί μ' ολόλευκο πανί
στα γαλανά νερά της θάλασσάς μας κυματίζει.
Στο γιαλό το κύμα χαρωπό
φέρνει πάντα τη βάρκα στο λιμάνι.


Στο Μανταμάδο μέχρι το 1980, κάτω από τα παράθυρα των κοριτσιών, με τα σαλκίμια, τους βασιλικούς και τα γεράνια, τα παλικάρια τραγουδούσαν «Το κυπαρίσσι», μια δροσερή έμπνευση με στίχο όλο παραστατικότητα, που αγαπήθηκε από όλους τους μανιώδεις υποστηρικτές του νυκτερινού τραγουδιού

"ΤΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ"

Πάλι θα ξαναρχηνίσω τα παλιά καμώματα
για να βγάλω τα κορίτσια όλα πα’ στα δώματα.

Αψηλό μου κυπαρίσσι μ’ ασημένια κορυφή
πάρε με στην αγκαλιά σου για να ζήσουμε μαζί.

Αψηλό μου κυπαρίσσι κρύψε με στους κλώνους σου
γιατί ανάπαψη δεν έχω από τους γειτόνους σου


Χαρακτηριστικό είναι το δέσιμο του απλού ανθρώπου με τη γη και τη φύση. Αγρότης ή βοσκός έχει μια βαθιά εξάρτιση από το γύρω χώρο, ακούει σαν ένα άλλο κάλεσμα τη φωνή της γης. Τριγυρνά σε βουνά και κάμπους. Κουβεντιάζει με ραχούλες και βουνοκορφές. Πλάθει ιστορίες σαν αυτή με τη βοσκοπούλα.
Μας τραγούδησε ο Παναγιώτης Δούκας. Για πρώτη φορά άκουσε το τραγούδι, όταν βρισκόταν σ’ ένα στρατόπεδο στη Μ. Ανατολή. «Ανέβαζαν» λέει συχνά παραστάσεις, μα πιο πολύ απ’ όλα τα δρώμενα, εντύπωση του έκανε τούτο το τραγούδι γιατί έχει σχέση και με τη δουλειά του.
Γύρω απ’ τα πιο απλά και τα πιο ταπεινά, ο απλός λαός έπλεξε μια χαριτωμένη ιστορία. Εκφράζει ολόκληρο κόσμο συναισθημάτων και σκέψεων με κυρίαρχα στοιχεία το χαμένο κοπάδι, την απελπισμένη βοσκοπούλα και τον κρυφό καημό του τσομπάνη.

"Η ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑ"

Πήρε ο ύπνος μια(ν) αυγούλα τη μικρή τη βοσκοπούλα
κι έφυγαν τα γίδια στο βουνό!!
Τα γυρεύει όλη μέρα μες στον καθαρό αέρα
ως το δειλινό.
Πάει εδώ κι εκεί μονάχη, πάει ως την πέρα ράχη
σ’ ένα τσομπανάκο αγαθό

Μήπως είδες το κοπάδι το’ χω χάσει κι είναι βράδυ
αχ! θα τρελαθώ!

Κάποτε ένας γέροντας του χωριού μας αστειευόμενος επαναλάμβανε αρκετά συχνά μια ιστορία:

«Πήγι ι Μήτρους στου γιαλό, τσ’ αρχίν΄σι ν’ αδειάζ’ μι ένα κουβά του νιρό τσ’.
΄Αδειαζι χλ΄ιάδις κουβάδις μα ι θάλασσα δεν ήλιγι να κατιβεί μήδι σπιθαμή»
Τον ρωτούσαν:
«Αδειάζ’ μι ντου κουβά ι γιαλός;»
Κι απαντούσε:
«΄Οσου αδειάζ’ τσ’ η αγάπ’!»


Κι αληθινά έχουν γραφεί τόσα τραγούδια για την αγάπη και πάλι λίγα έχουν ειπωθεί.
Ο κυρ-Απόστολος μας τραγούδησε τον Ψαρά, όπου εκφράζεται η αγάπη μίας γυναίκας για ένα ψαρά.
Στον τόπο μας εκτός από αγρότες κτηνοτρόφους και κεραμοποιούς έχουμε και αρκετούς ψαράδες. Επόμενο λοιπόν ήταν κάποιο τραγούδι να…. «γροικά τη φωνή της θάλασσας».
Σε αντίθεση με τη βοσκοπούλα τη θέση του τσομπάνη παίρνει ο ψαράς, της βοσκοπούλας μια άλλη γυναίκα και τα συναισθήματα αντιστρέφονται
Μια μικρή θάλασσα με αγωνία που φτιάχνουν για κείνη ένα μικρό πανικό, με τη διαφορά ότι εδώ υπάρχει ανταπόκριση συναισθημάτων.

"Ο ΨΑΡΑΣ"

Βρε, ψαρά ξενύχτη, που πετάς το δίχτυ
πάρε με μες το γρι-γρι σου, για να γίνω ‘γω δική σου

Αχ, βρε ψαρά μου
συ μου πήρες την καρδιά μου
ψαρά μου…

Βρε, ψαρά με μαύρα φρύδια πόσο δίνεις τα σαυρίδια
αστακούς και μελανούρια συναγρίδες και μουρμούρια

Αχ, βρε ψαρά μου
συ μου ‘καψες την καρδιά μου
ψαρά μου…

Βρε, μελαχρινό μου έλα στο πλευρό μου
να σου δώσω μελανούρια συναγρίδες και μπαρμπούνια

Αχ, βρε ψαρά μου
συ μου πήρες την καρδιά μου
ψαρά μου…

(Αχ, βρε μελαχρινό μου
συ μου πήρες το μυαλό μου
Μωρό μου…)

Αχ! Βοσκοπούλα μου…
που΄ χες κόρη μου το νου
κι από μπρός σου φύγανε τα γίδια σου
στις πλαγιές και στον αγρό
Βοσκοπούλα μου!
Λάγνα κόρη του βουνού
έλα δοσ’ μου αγάπη μ’ τα παιγνίδια σου
και θα ψάξω να τα βρω.

Καν’ ο πόθος το τσομπάνη να γυρνάει στάνη-στάνη
κι ώσπου το πρωί το φέρνει κι ένα αγνό φιλί της παίρνει
μες στη ρεματιά

Τ’ άλλο το πρωί περνάει και δεν τον καλημεράει
Κι από τότε η φλογέρα τραγουδάει νύχτα μέρα
κείνο το σκοπό….

Αχ! Βοσκοπούλα μου!....

 

Πανηγύρια

"Πανηγύρι του Ταξιάρχη"

Γιορτάζεται δεκαπέντε μέρες μετά το Πάσχα, την Κυριακή των Μυροφόρων,(«Δικαπέντι,(15) τσ’ Λαμπρής») και είναι η επέτειος εγκαινίων της ανοικοδόμησης του Ναού που έγιναν το 1888. Το κορυφαίο ίσως θρησκευτικό γεγονός του νησιού με χιλιάδες επισκέπτες από όλη την Λέσβο ,την Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό ακόμη. Είναι η γιορτή του πολιούχου και προστάτη του Μανταμάδου, αλλά και ολόκληρου του νησιού, από τους διαφόρους επιδρομείς και ιδιαίτερα από τον δυσβάσταχτο τουρκικό ζυγό.

Πριν τη Μικρασιατική καταστροφή, και λόγω συγγενικού δεσμού και καταγωγής, έρχονταν να προσκυνήσουν τον Άγιο Αϊβαλιώτες και Μοσχονησιώτες με βάρκες που έβγαιναν στα παράλια, και από εκεί τους παρελάμβαναν οι «κιρατζήδες» ,οι μεταφορείς με κατάλληλα στολισμένα ζώα και τους έφερναν στο χωριό έναντι ενός ναύλου, το ονομαζόμενο «κιράς». Το πανηγύρι διαρκούσε μία βδομάδα, με μουσικές στα καφενεία, τα κελιά της εκκλησίας μαζί με τους βοηθητικούς χώρους και το πρόκλιτο να είναι γεμάτο ξένους προσκυνητές και οι παράγκες των μικροπωλητών να έχουν κατακλύσει όλο το χωριό, από τα εξοχικά καφενεία μέχρι τον περίβολο του προσκυνήματος. Σήμερα οι συνθήκες έχουν αλλάξει.
Έχουν γίνει αρκετά έργα διευθέτησης και καλλωπισμού του εξωτερικού χώρου για την πιο άνετη προσέλευση και διαμονή των επισκεπτών. Το πανηγύρι πλέον διαρκεί 3 μέρες, και τα καφενεία με τις μουσικές έχουν μειωθεί, παρόλα αυτά όμως, η προσέλευση των επισκεπτών συνεχίζεται τις ημέρες εκείνες με την ίδια ευλάβεια και κατάνυξη. Υπάρχουν δε και αρκετοί πιστοί που ξεκινάνε από διάφορα μέρη του νησιού, με τα πόδια, για να φτάσουν και να προσκυνήσουν την εικόνα του Αγίου. Αναλλοίωτο μέσα στα χρόνια διατηρείται και το έθιμο της «θυσίας του Ταύρου», έθιμο αρχαίο αλλά και παλαιοχριστιανικό.
Προς τιμή του Αγίου, χαρίζεται ένα βόδι, το οποίο θυσιάζεται κάτω από τον πλάτανο του αυλόγυρου της Εκκλησίας, που γίνεται με την ευλογία του αρχιερέα την παραμονή, μετά την εσπερινή λειτουργία.Οι προσκυνητές μαζεύουν με βαμβάκια το αίμα του ζώου και μ΄ αυτό σταυρώνουν το μέτωπό τους. Στη συνέχεια το σφάγιο τεμαχίζεται για την παρασκευή του πατροπαράδοτου « κισκέτς », κρέας με σιτάρι λιωμένο, που βράζει όλη τη νύχτα μέσα στα καζάνια και ανακατεύεται με ειδικούς κόπανους, μέχρι να γίνει πολτός και το οποίο, ανήμερα του πανηγυριού, μετά τη Θεία Λειτουργία, μοιράζεται στους πιστούς.
Παράλληλα βέβαια εορτάζεται και στις 8 Νοεμβρίου, ημέρα αργίας και γιορτής για ολόκληρο το νησί αφού γιορτάζουμε και την απελευθέρωση της Λέσβου από τον τουρκικό ζυγό.Η Λευτεριά ήρθε αντάμα με τη γιορτή του προστάτη αγίου μας.

"Πανηγύρι του Αγίου Στεφάνου"

Γιορτάζεται στις 2 Αυγούστου στον ομώνυμο οικισμό.Τόσο ο κόσμος από το χωριό όσο και από τους γύρους οικισμούς συρρέει την παραμονή στον εσπερινό με ιδιαίτερη κατάνυξη μέσα στο δειλινό του ήσυχα ελαιώνα. Στα παλαιότερα χρόνια, ανήμερα, στη χάρη του, ερχότανε κόσμος, με βάρκες και γκαζολίνες και από τις γύρω περιοχές, όπως τις Νέες Κυδωνίες, τα Μυστεγνά, αλλά και από τα Μικρασιατικά παράλια για να συνεορτάσουν με τους Μανταμαδιώτες, που τους συνέδεαν δεσμοί κοινής καταγωγής και κοινών εθίμων. Οι μουσικές κρατούσαν μία εβδομάδα, οι πιστοί πηγαινοερχότανε και με στολισμένα γαϊδουράκια, τότε που δεν υπήρχε ακόμη δρόμος, ενώ μπορούσε κανείς να ακούσει τραγούδια από τις βάρκες που κάθε τόσο είτε μετέφεραν κόσμο για το πανηγύρι, είτε «βγαίνανε βαρκάδα» με τα παλικάρια της περιοχής.
Σήμερα,που ο δρόμος ασφαλτοστρώθηκε, και όλα αυτά τα υποκατέστησε το αυτοκίνητο, το πανηγύρι διαρκεί δύο (2) ημέρες, ενώ το γλέντι έχει μεταφερθεί στους γύρω παραθεριστικούς οικισμούς, με μουσικές στις παραλιακές ταβέρνες.

"Πανηγύρι της Σωτήρας"

Γιορτάζεται στις 5 και 6 Αυγούστου στο ομώνυμο ξωκλήσι, που ανήκει στην περιοχή της Κάπης, την παραμονή και την ημέρα της γιορτής το μεσημέρι κατηφορίζουν στο Γενί λιμάνι και ολοκληρώνεται με ιπποδρομίες το απόγευμα της 6ης Αυγούστου και γλέντι στην πλατεία της Κάπης.Κάτι παρόμοιο γίνεται και στην παραθαλάσσια παραθεριστική περιφέρεια «Τσόνια» της Κλειώς στο ομώνυμο ξωκλήσι.

"Πανηγύρι των Αγίων Αναργύρων"

Γιορτάζεται την 1η Ιουλίου στην Κλειώ σε ένα εξωκλήσι στην βόρεια πλευρά του χωριού.Το χωριό πανηγυρίζει για δυό μέρες, παραμονή και ανήμερα,καταλήγοντας κάθε βράδυ να χορεύουν παραδοσιακούς χορούς στα καφενεία.

"Πανηγύρι του Αγίου Τσίρκου" (Κήρυκου και Ιουλίτης)

Γιορτάζεται στις 15 Ιουλίου στο ομώνυμο εξωκλήσι που βρίσκεται στο ακρωτήριο «Κόρακας» της Κλειούς.Περιοχή με εξαιρετική θέα αλλά και γνωστή για τον παράξενο βράχο δίπλα στο ξωκκλήσι.Έχει ένα στενό πέρασμα που μόνο μικρό παιδί μπορεί να περάσει.Σύμφωνα όμως με τη παράδοση,περνά κάποιος ας είναι και τεραστίων διαστάσεων αρκεί να μην έχει αμαρτίες!!!Οι ντόπιοι κάποιας ηλικίας ιστορούν περιστατικά προσκυνητών που σφήνωσαν…

"Πανηγύρι της Αγίας Μαρίνας"

Γιορτάζεται στις 16 και 17 Ιουλίου στο ομώνυμο εξωκλήσι που βρίσκεται στο οροπέδιο του Καβακλιού. Γιορτάζεται στις 14 και 15 Αυγούστου στην Κάπη όπου υπάρχει ο Ναός αφιερωμένος στην Παναγία.Παρασκευάζεται το παραδοσιακό «κισκέτς» και μοιράζεται το βράδυ στις παρέες που γλεντοκοπούν στην πλατεία του χωριούρι της Παναγίας

"Πανηγύρι του Αγιού Γιαννιού στα Πλατάνια"

Είναι το τελευταίο πανηγύρι του καλοκαιριού στις 28 και 29 Αυγούστου στην αγροτική περιφέρεια «Πλατάνια» του Μανταμάδου.Κατά τους ερευνητές στην περιοχή πρέπει να υπήρχε παλιό μοναστηράκι αλλά και οικισμός που πολύ πιθανό χρονολογικά να είναι της ίδιας εποχής ή λίγο νεότερος από εκείνους της παραλίας.Η εκκλησία του Αϊ-Γιαννιού ήταν τόπος λατρείας συνάντησης των κατοίκων του οικισμού.Μέχρι και σήμερα οι ντόπιοι τηρούν το έθιμο. Τούτη η γιορτή συνεπάγεται αυστηρή νηστεία.Είναι ο αποκεφαλισμός του Τιμίου Προδρόμου.Γι’ αυτό και στο υπαίθριο καφενείο,δίπλα στο πρόχειρο μαγειριό,ετοιμάζεται «νηστίσιμο κισκέτς»,σκέτα ρεβίθια,Μόνο αυτά ευλογούνται από τους ιερείς μετά τη θεία λειτουργία.Κατά παράδοση τούτη τη μέρα ούτε το καρπούζι δε πρέπει να κόψει κανείς από την πάνω μεριά δηλαδή από το κεφάλι.Είναι ασέβεια στη μνήμη του Αγίου.
Δε λείπει βέβαια και από τούτο το πανηγύρι η παραδοσιακή ορχήστρα.Το γλέντι συνήθως ξεκινά με την είσοδο αλόγων στην πίστα τη στιγμή που οι οργανοπαίχτες εκτελούν τον παραδοσιακό χορό των αλόγωv.

Στην κορφή του Αη Λιά ή «βουνών των Γελίων», στις 19 & 20 Ιουλίου σύσσωμο το χωριό από τα χρόνια των προπάππων γιορτάζει τον Άγιο. Καβαλαρέοι από όλο το νησί με στολισμένα άλογα, ανηφορίζουν όλη νύχτα τις πλάγιές του βουνού για να πάρουν την ευλογία της πρωινή λειτουργίας του Αγίου. Μετά την λήξη της Θείας Λειτουργίας μοιράζεται το παραδοσιακό φαγητό «κισκέκ».
Στον περίβολο του Ιερού ναού βρίσκεται το παρεκκλήσι των Αγ. Αποστόλου Πέτρου & Παύλου, προς τιμήν των οποίων γίνεται ο η πανήγυρης στις 29 Ιουνίου.

 

 

Ήθη και Έθιμα

"ΚΑΛΑΝΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ"

Καλήν εσπέραν άρχοντες
κι αν είναι ορισμό σας
Χριστού τη θεία γέννηση
να πω στ΄ αρχοντικό σας

Χριστός γεννάται σήμερον
εν Βηθλεέμ τη πόλει
οι ουρανοί αγάλλονται
χαίρει η κτίσις όλη

Εν τω σπηλαίω τίκτεται
εν φάτνη των αλόγων
ο Βασιλεύς των ουρανών
και ποιητής των όλων

Πλήθος αγγέλων ψάλουσι
το δόξα εν υψίστοις
και τούτον άξιον εστί
ήσαν ποιμένες πίστης

Εκ της Περσίας έρχονται
τρείς μάγοι με τα δώρα
άστρο λαμπρό τους οδηγεί
χωρίς να λήψει ώρα

Ιδού όπως σας είπαμε
όλη την υμνωδία
του Ιησού μας του Χριστού
γέννησιν την αγία

Και σας καληνυχτίζουμε
πέστε να κοιμηθείτε
ολίγον ύπνον πάρετε
κι ευθύς να σηκωθείτε

Και βάλετε τα ρούχα σας
κι έμορφα να ντυθείτε
στην εκκλησία τρέξετε
με προθυμία μπείτε

Ν’ ακούσετε με προσοχή
όλη την υμνωδία
και με πολύ ευλάβεια
τη θεία λειτουργία

Κι έπειτα αν γυρίσετε
εις το αρχοντικό σας
ευθύς τραπέζι στρώσετε
βάλτε το φαγητό σας

Και τον σταυρό σας κάμετε
γευθείτε ευφρανθείτε
δώστε και κανενός φτωχού
ώστε να υστερείτε

Δώστε και μας τον κόπο μας
ό,τι είναι ορισμό σας
και ο Χριστός μας πάντοτε
να είναι βοηθός μας

Χρόνους πολλούς να χαίρεσθε
πάντα ευτυχισμένοι
σωματικά και ψυχικά
να είστε πλουτισμένοι!!!

Ο φτωχός κόσμος της αγροτιάς και των βοσκών, πιστός στις παραδόσεις και με την έμπνευση που τον διακρίνει, καταγράφει το μεγαλείο της ενανθρώπισης του Σωτήρα στα παραπάνω παραδοσιακά κάλαντα του Μανταμάδου.
Οι ουρανοί, η γη, το σπήλαιο, η φάτνη, οι ποιμένες, οι άγγελοι όλα φωτίζονται από το θείο φως. Αντιλαλεί το τραγούδι των αγγέλων, αντιλαλούν και τα λόγια από τα κάλαντα που καλούν το θνητό εκτός από το να παρακολουθήσει τη θεία λειτουργία να συνδυάσει το όλο γεγονός και με ένα γιορτινό τραπέζι.
Ετσι θα του δοθεί η ευκαιρία να πλησιάσει το διπλανό του, να ανταλλάξουν ευχές και να προσφέρει στον φτωχό φαγητό κι αγάπη. Να γυρίσει με λίγα λόγια στο δρόμο της πραότητας και της συμπόνιας. Να νιώσει το μήνυμα που έφερε ο Χριστός στον κόσμο που μέχρι τον ερχομό Του ζούσε στα ζοφερά σκοτάδια της αγνωσίας και της πλάνης.

ΕΘΙΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ-ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ
Τη παραμονή των Χριστουγέννων έριχναν στάχτη γύρω από τα σπίτια τους την ώρα που χτυπούσαν οι καμπάνες για να μη μπούν οι καλικάντζαροι.(Μανταμάδος).
Στη Πελόπη τη παραμονή των Χριστουγέννων τα παλιότερα χρόνια δεν άφηναν το τζάκι να σβήσει κατά τη διάρκεια της νύχτας.΄Ολη τη νύχτα οι νοικυρές με τη βοήθεια των παιδιών ετοίμαζαν γλυκά για να καίει συνεχώς η φωτιά επειδή πίστευαν πως η Παναγία πήγαινε στο τζάκι για να στεγνώσει "τα πανιά' του Χριστού.
Άλλοι πάλι έβγαιναν τα μεσάνυχτα στην αυλή κοιτάζοντας τον ουρανό.Πίστευαν πως όποιος ήταν τυχερός θα έβλεπε το μεγάλο αστέρι που έδειχνε προς τη μεριά που γεννήθηκε ο Χριστός.Αν το έβλεπε έπρεπε να κάνει μια ευχή και είχαν την ελπίδα πως η ευχή αυτή θα γίνει πραγματικότητα.

Ο μπουναμάς,το μπαξίσι, δηλαδή η αμοιβή
που έδιναν στα παιδιά για τα κάλαντα που
τραγουδούσαν ήταν ένα πορτοκάλι ή μερικά
ξυλοκέρατα( αλλιώς τα έλεγαν κουντουρίδια
και είχαν άπ΄ ότι μας είπαν τη γεύση ζαχαρω-
τού).Δεν έλειπε βέβαια και η χρηματική αμοιβή
απ΄ αυτούς που είχαν οικονομική άνεση.

Τη παραμονή της Πρωτοχρονιάς στόλιζαν γιορτινά το σπίτι και πάνω στο τζάκι έβαζαν τα χωριάτικα γλυκίσματα. ΄Ασπριζαν το τζάκι και τοποθετούσαν ένα χοντρό ξύλο για να κατέβει απ΄ τη καπνοδόχο ο Αι-Βασίλης να φέρει τα δώρα και να ευλογήσει τα υπάρχοντα.
Το πρωί γινόταν το ποδαρικό από τον πρώτο που θα έμπαινε στο σπίτι. Οι νοικοκυρές είχαν γεμίσει απ΄ την αυγή το σταμνί με νερό από τη βρύση του Αγίου Βασιλείου και δίπλα στο σταμνί έβαζαν ένα ρόδι, ένα κλαδί με καρπούς ελιάς και ένα σκόρδο.
΄Οποιος έκανε ποδαρικό έριχνε νερό απ΄ το σταμνί σε μια γωνιά του σπιτιού και έλεγε:
"Σα που τρέχ' το νερό να τρέχ' κι "του μπιρικέτ΄".
Στη συνέχεια πετούσε κάτω το κλαδί με τις ελιές λέγοντας:
"Όπους είν' η ελιά "δρουσνή" να είμαστι κι μεις".
Ακολουθούσε η πέτρα με τα λόγια:
"Όπους είν' η πέτρα γερή να είν' κι του κεφάλ' μας"
Κατόπι ρίχνοντας κάτω το σκόρδο μονολογούσε:
"Όπους καίει του σκόρδου να καίν' τα μάτια τουν ουχτρών μας"
Και τέλος σπάζοντας το ρόδι έλεγε:
"Όπους είν' του ρόδ' γιμάτου να είν' κι του σπίτ' σας γιμάτο".
Μετά το ποδαρικό η νοικοκυρά του σπιτιού κερνούσε γλυκά τον επισκέπτη και ευχόταν καλή χρονιά. (΄Εθιμα Πρωτοχρονιάς από το Μανταμάδο)

Στη Κλειώ μέχρι και σήμερα σε κάθε γειτονιά ανήμερα Πρωτοχρονιάς φωνάζουν το πιο νέο παιδί για να κάνει το ποδαρικό και λέει τα παρακάτω λόγια:
" Καλημέρα κι τ΄ Αγιού Βασλιού, όσο βαρύς είμαι γώ τόσο βαρύ να είναι και το πορτοφόλι του νοικοκύρη και όσες ρόγες έχει το ρόδι τόσες χαρές να έχετε."
Στη συνέχεια η νοικοκυρά δίνει χαρτζιλίκι πολλά γλυκά και κυρίως το παραδοσιακό μπακλαβά.

Μπουρέτσ' (μπουρέκι)

Υλικά
1/2 κ.κιμά
1 μέτριο κρεμμύδι
λίγο λάδι
1 ματσάκι ψιλικομμένο άνιθο
" " " μαϊντανό
αλάτι, πιπέρι, μπαχάρι
1 φλιτζάνι ρύζι
2 φύλλα ζύμης,.

Εκτέλεση
Τσιγαρίζουμε το κιμά με το κρεμμύδι, το λάδι, τον ψιλοκομμένο άνιθο, το μαϊντανό, το αλάτι, το πιπέρι, το μπαχάρι και προσθέτουμε το ρύζι. Ανακατεύουμε για λίγα λεπτά.
Στη συνέχεια βάζουμε το ένα φύλλο ζύμης στο ταψί, ρίχνουμε τη γέμιση και σκεπάζουμε με το άλλο φύλλο ζύμης. Αλείφουμε με λάδι και βάζουμε το ταψί στο φούρνο. Ψήνουμε στους 200C, μέχρι να ροδίσει το φύλλο.
(Στις αρχές του αιώνα αλλά και πολύ παλιότερα, "του μπουρέτσ' το έψηναν στο τζάκι, πάνω στη πυροστιά. Αφού ψηνόταν η ζύμη απ΄ τη μια μεριά, το αναποδογύριζαν για να ψηθεί και από την άλλη).

Μελομακάρονα ή φοινίκια ή ψαθούρια

Υλικά
2 ποτήρια λάδι
1 ποτήρι ζάχαρη
1 πορτοκαλάδα
1 φλιτζάνι σιμιγδάλι
1/2 κουταλάκι σόδα
λίγη αμμωνία στην άκρη του κουταλιού
ξύσμα λεμονιού
1 μπέκιν πάουντερ και
όσο αλεύρι σηκώσει.
Για τη γέμιση:
1 ποτήρι καρύδια χοντροκομμένα
1 κουταλάκι κανέλα
1/4 κουταλάκι γαρίφαλο
1 κουταλιά ζάχαρη
Για το σιρόπι:
4 ποτήρια ζάχαρη
3 ποτήρια νερό

Εκτέλεση
Κοσκινίζουμε το αλεύρι με το μπέκιν πάουντερ. Ανακατεύουμε όλα τα υπόλοιπα υλικά και τα χτυπάμε για 4΄-5΄. Κατόπιν τα αδειάζουμε μέσα στο αλεύρι και ζυμώνουμε σε ζύμη μαλακιά έτσι ώστε να πλάθεται. Χωρίζουμε τη ζύμη σε κομματάκια. Πλάθουμε κάθε κομματάκι σε μικρά φυλλαράκια και βάζουμε στο κέντρο από ένα κουταλάκι γέμιση. Κλείνουμε πατώντας τις άκρες με τα δάκτυλα για να κολλήσουν. Με τις μύτες δυο πιρουνιών κάνουμε σχέδια στην επιφάνεια. Τα αραδιάζουμε σ΄ ένα βουτυρωμένο ταψί και ψήνουμε σε φούρνο 175C περίπου για μισή ώρα.
Ετοιμάζουμε το σιρόπι, τοποθετούμε τα ψαθούρια μας μέσα σε μια πιατέλα και ρίχνουμε από πάνω το σιρόπι καθώς και αλεσμένη καρυδόψυχα.

Πλατσέντις ή ντίμπλις

Υλικά:
1 φλυτζάνι νερό
λίγο λάδι,ίσα-ίσα να σκεπάζει την επιφάνεια του νερού
λίγο αλάτι
λίγη σόδα φαγητού στην άκρη του κουταλιού
όσο αλεύρι σηκώσει
Για το σιρόπι:
1 ποτήρι νερό
1 ποτήρι μέλι

Εκτέλεση:
Κάνουμε τη ζύμη ανοίγουμε φύλλο και το κόβουμε σε διάφορα μικρά κομματάκια της αρεσκείας μας.(φιογκάκια,γύρους…).
Τα τηγανίζουμε σε πολύ καφτό λάδι και τα μελώνουμε.(προσέχουμε να είναι κρύο ή το σιρόπι ή οι "πλατσέντις").
Τοποθετούμε το γλυκό μας στη πιατέλα και πασπαλίζουμε με αλεσμένο καρύδι και κανέλλα.

Κουραμπιέδες της γιαγιάς

300 δράμια βούτυρο
3 κρασοπότηρα ζάχαρη
2 ποτηράκια του ρακιού ρακί
2 ποτηράκια ανθόνερο
όσο αλεύρι σηκώσει
(2 αυγά προαιρετικά)

Εκτέλεση:
Δουλεύουμε το βούτυρο μέχρι να ασπρίσει και ρίχνουμε μέσα τη ζάχαρη.Ανακατεύουμε καλά. Ρίχνουμε το ρακί και το ανθόνερο και τέλος
σιγά-σιγά το αλεύρι ζυμώνοντας έως ότου η ζύμη να πλάθεται.
Κάνουμε ότι σχέδια θέλουμε.

Βασιλόπιτα της γιαγιάς

10 δράμια μαγιά, 40 δράμια γάλα χλιαρό, μερικές χούφτες αλεύρι. Ζυμώνετε και σκεπάζετε.
Όταν το προζύμι ανεβεί, ρίχνετε μια οκά αλεύρι,2 αυγά,50 δράμια βούτυρο ,1/2 οκά γάλα,βανίλια,100 δράμια ζάχαρη και….ένα νόμισμα.
Ζυμώνετε, αλείφετε το ταψί, βάζετε μέσα τη ζύμη και τη ψήνετε.

Βασιλόπιτα Σμύρνης

Υλικά:
650 γραμ. αλεύρι
160 γραμ. βούτυρο
820 γραμ. ζάχαρη
1 ποτήρι χυμό πορτοκαλιού
λίγη ξυσμένη φλούδα λεμονιού
χυμό μισού λεμονιού
7 αυγά
1 κουταλάκι σόδα φαγητού

Εκτέλεση:
Χτυπάμε το βούτυρο με τη ζάχαρη και προσθέτουμε ένα-ένα τους κρόκους. Αφού τα δουλέψουμε 10 λεπτά, ρίχνουμε το χυμό πορτοκαλιού, τη φλούδα λεμονιού και τα ασπράδια χτυπημένα μαρέγκα.
Βουτυρώνουμε ένα ταψάκι και ρίχνουμε μέσα τη ζύμη, αλείφουμε την επιφάνεια με αυγό και ψήνουμε το μίγμα στο φούρνο.

Άλλα γλυκά που συνήθιζαν και συνηθίζουν οι νοικοκυρές να ετοιμάζουν
αυτές τις γιορτινές μέρες
είναι ο παραδοσιακός μπακλαβάς και τα τρίγωνα
γεμισμένα με καρύδι και αρωματισμένα με ανθόνερο.

"ΤΑ ΒΑΓΙΑ"

Την Κυριακή των Βαϊων, μετά τη λειτουργία τα παιδιά χωριζόταν σε ομάδες και γυρνούσαν στο χωριό γεμίζοντας τις γειτονιές με μελωδίες και με την ανάμνηση εκείνης της μέρας που καθώς ο Χριστός εισέρχεται στα Ιεροσόλυμα, εκπληρώνει τις προφητείες, προκαλεί τους άρχοντες και καταλήγει στο θάνατο για τη σωτηρία του κόσμου.
Τα παιδιά κρατώντας στα χέρια τα βάγια, «τα σύμβολα της νίκης», τα κουνούσαν δυνατά για να κάνουν θόρυβο τα κουδουνάκια που είχαν κρεμασμένα στο κλωνί της βάγιας και τραγουδούσαν:

Τα πολύ μικρά παιδιά έλεγαν:

Βάγια βάγια του βαγιό
κι του κόκκινου τ’ αυγό
κι ως την άλλη Κυριακή
τρών’ του καπηρό τ’ αρνί
κι κουλούρα μαλακή.

Το πρώτο στιχάκι το ακούσαμε κι έτσι:
Βάγια βάγια του κανιό…
Η λέξη «κανιό» δεν έχει νόημα. Αλλά πολύ πιθανό να προήλθε από το κούνημα της βάγιας που τα παιδιά τη κουνούσαν δυνατά για να ακουστούν τα καμπανάκια πού είχαν κρεμάσει πάνω της. ΄Ετσι μπορεί να έλεγαν: Βάγια βάγια την κουνώ…, που κατέληξε: Βάγια βάγια του κανιό…

Τα λίγο μεγαλύτερα παιδιά έλεγαν:

΄Ηρτ’ ου Λάζαρους
ήρταν τα Βάγια
ήρτ’ η Κυριακή που τρών’ τα ψάρια.
Σήκου Λάζαρε και μη κοιμάσαι
ήρτ’ η μάνα σου από τη πόλη
σου’φερε χαρτί και κομπολόι
γράψε Θόδωρε, γράψε Δημήτρη
γράψε Λεμονιά και κυπαρίσι.
Οι κοτούλες σας αυγά γεννούνε
οι φωλίτσες σας δε τα χωρούνε
δώστι μας και μας να τα χαρούμε
τις κοτούλες σας να ευχηθούμε
Και του χρόνου!!!

Τα πιο μεγάλα παιδιά έλεγαν και λένε μέχρι σήμερα το:

Σήμερον έρχεται ο Χριστός του κόσμου ο Δεσπότης
και εις τη παρουσία του χαίρει η ανθρωπότης.
΄Ηλθε με πλήθος μαθητών ήλθε εις Βηθανία
επιθυμούσε κι ήθελε Λαζάρου τη φιλία.

Το φίλο του το Λάζαρο τον εύρε αποθαμένο
και προ τεσσάρων ημερών εν μνήματι θαμμένο.
«Διδάσκαλε» του λέγουσι «αν ήθελες προφθάσεις
το φίλο σου αγαπητόν δεν ήθελες να χάσεις».

Η Μάρθα κλαίει θλιβερά Μαρία δε στενάζει
οι μαθηταί εξίσταντο και ο λαός θαυμάζει.
Βλέποντας δε ο Κύριος τον κοπετόν και θρήνον
προστάζει να του δείξουσι Λαζάρου το μνημείο.

«Μη κλαίτε μον’ πιστέψετε δεν είναι πεθαμένος
ύπνος τον εκυρίεψε κ’ είν’ ενταφιασμένος».
Ευθύς φωνάζει δυνατά «Λάζαρε δεύρο έξω
κι ως παντοδύναμος Θεός τον ΄Αδη τον αντέξω».

Αίφνης δε ο Λάζαρος βγήκε ενδεδυμένος
κατάχλωμος και πένιδρος κατακιτρινισμένος.
Τον εξετάζουν να ειπεί εκείνα όσα είδε
και κείνα που θεώρησε στον ΄Αδη που επήγε.

«Είδα πολλά δεν δύναμαι όλα να τα εκφράσω
με στόμα και με τη καρδιά να σας τα περιγράψω».
Βλέποντας τα γενόμενα οι άλλοι εν τω άμα,
επίστευσαν εις τον Θεόν άνθρωποι εις το θάμα.

Οι δολεροί κι οι φθονεροί μάλλον οι Φαρισσαίοι
ζητούν να τον φονεύσουν οι άνομοι Εβραίοι
οι άνομοι και τα σκυλιά και οι κατηραμένοι.

Οι άλλοι από το φθόνο τους φωνάζουν να τον δέσουν
με τη συκοφαντία τους ζητούν να τον φονεύσουν….
Και του χρόνου!!!

Παρόμοιο με το προηγούμενο είναι και το περιεχόμενο του παρακάτω τραγουδιού:

Σήμερον πάλι έρχεται από τη Βηθανία
εις τα Ιεροσόλυμα αφού με συνοδεία.
Καθήμενος εις εν μικρόν πουλάριον της όνου
οι άγγελοι ενόμιζον πως ήτο επί θρόνου.

Γέροντες νέοι και παιδιά τον επροϋπαντούσαν
και ωσαννά Υιέ Θεού ύμνους, ψαλμούς υμνούσαν.
Βαϊων κλάδους έστρωναν χιτώνας εις τον ρύστην
τον ποιητήν του ουρανού και επί γης τον κτίστην.

Γι’ αυτό και σας ευχόμεθα με όλη μας τη καρδία
την ερχομένη Κυριακή με υγεία και ευτυχία
Το Πάσχα να γιορτάσουμεμε καθαρή καρδία.
Και του χρόνου!!!

Πολλά παιδιά χαριτολογώντας έλεγαν και το ακόλουθο τετράστιχο:

Δώσι μπάρμπα (ν)του παρά
μη σι βάλου στ’ πιτριjιά.
Δώσι γναίκα του αυγό
μη σι βάλου στου τσνιχτό.
Και του χρόνου!!!

Φαίνεται όμως σύμφωνα με τις πληροφορίες που πήραμε πως το παλιότερο τραγούδι των Βαϊων είναι το παρακάτω:

Σήμερον προϋπαντούμε τον Δεσπότη μας Χριστό
με βαϊα ανά χείρας τρέχοντας εις την οδόν.
Εν τη πόλει Βηθανία επί πώλου καθεισθείς
σήμερον εις πόλιν ήλθε Ιερουσαλήμ πρωί.

Ο λαός και τα παιδία βαγιοφόρους απαντούν
ωσαννά ευλογημένε κράζουν και τον προσκυνούν.
Μας ευλόγησε ο Χριστός μας εις αυτή την εορτή
στας αγκάλας μας εδέχθει με την πατρική στοργή.

Και μας είπε βασιλεία, ουρανός ειν’ ανοιχτός
δια σας ήλθα ώ παίδες δια σας αγαπητοί.
΄Οθεν σας φιλοδωρούμε με βαϊα του Χριστού
να αξιωθείτε φίλοι με υγεία τη Λαμπρή.

Του χρόνου πάλι να ΄ρθουμε με υγεία να σας βρούμε
στα σπίτια σας χαρούμενα και να σας τραγουδούμε.

Και του χρόνου!!!

Οι τρεις πρώτες στροφές των δυο τελευταίων τραγουδιών καθώς και οι δυο τελευταίες του παλιότερου με την προτελευταία του νεότερου έχουν αρκετές ομοιότητες σε ότι αφορά το περιεχόμενο.
Οι πρώτες στροφές περιγράφουν την είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα και οι τελευταίες δίνουν ευχές για μια χαρούμενη και με υγεία Λαμπρή. Στο σημείο που τα παιδιά έλεγαν «όθεν σας φιλοδωρούμε με βαϊα του Χριστού…»,έκοβαν και έδιναν από ένα κλαδάκι της βάγιας που κρατούσαν στη νοικοκυρά η στο νοικοκύρη του σπιτιού.
Το παλιότερο τραγούδι είναι γραμμένο με στοιχεία καθαρεύουσας ενώ το άλλο είναι απλοποιημένο και πιο εύκολο στην αποστήθιση.

Οφείλουμε ακόμα να παρατηρήσουμε πως όσο απλοϊκά κι αν ιστορείται η ανάσταση του Λαζάρου καθώς και η είσοδος του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, το λαϊκό τραγούδι έχει αφομοιώσει πιστά και με σωστό τρόπο τα στοιχεία που δίνονται από τη Καινή Διαθήκη.
Αυτό φαίνεται από το πώς εκφράζεται η λύπη για το θάνατο του Λαζάρου εκ μέρους των αδελφών του Μάρθας και Μαρίας : «…είπεν ουν η Μάρθα προς τον Ιησούν,κύριε,ει ης ώδε ουκ απέθανεν ο αδελφός μου…» και «…η ουν Μαριάμ ως ήλθε όπου ην Ιησούς ιδούσα αυτόν έπεσεν αυτού προς τας πόδας λέγουσα αυτώ,κύριε,ει ης ώδε ουκ αν μου απέθανεν ο αδελφός…) και το τραγούδι λέει: «…Η Μάρθα κλαίει θλιβερά,Μαρία δε στενάζει».
Από την επίδραση που είχε το θαύμα στους παρευρισκόμενους: «…πολλοί ουν εκ των Ιουδαίων οι ελθόντες προς την Μαριάμ επίστευσον και θεασάμενοι ά εποίησεν εις αυτόν…» και το τραγούδι λέει: «…επίστευσον εις τον Θεό άνθρωποι εις το θαύμα…» και από την αντίδραση των Φαρισαίων στο άκουσμα του θαύματος: «…τινές δε εξ αυτών απήλθον προς τους Φαρισαίους και είπαν αυτοίς ά εποίησε Ιησούς.Συνήγαγον ουν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι συνέδριον και έλεγον,τι ποιούμεν ότι αυτός ο άνθρωπος πολλά ποιεί σημεία; εάν αφώμεν αυτόν ούτως, πάντες πιστεύσουσιν εις αυτόν, και ελεύσονται οι Ρωμαίοι και αρούσιν ημών και ον τόπον και το έθνος…» και το τραγούδι αντίστοιχα λέει: «…οι δολεροί κι οι φθονεροί…ζητούν να τον φονεύσουν,οι άνομοι Εβραίοι,οι άνομοι και τα σκυλιά και οι κατηραμένοι…».

Επίσης χαρακτηριστική είναι η στροφή του τραγουδιού:

«…τον εξετάζουν να ειπεί εκείνα όσα είδε…»,όπου δηλαδή ο λαός ζητά από το Λάζαρο να τους πει τι συνάντησε στον ΄Αδη. Δεν παραλείπει δηλαδή «ο τραγουδοποιός» να εκφράσει και την αγωνία που τον διακατέχει κάθε φορά που αναλογίζεται το θάνατο και τη μεταθανάτια ζωή.
Τέλος με ενάργεια αποδίδεται η είσοδος στα Ιεροσόλυμα, τηρώντας πάλι τη σειρά των γεγονότων όπως ο Ευαγγελιστής τα παρουσιάζει.
Το τραγούδι λέει : «…καθήμενος εις εν μικρό πουλάριον…» και ο ευαγγελιστής σημειώνει: «…και φέρουσιν τον πώλον προς τον Ιησού…».
Το τραγούδι περιγράφει τον ενθουσιασμό του πλήθους και τις δοξολογίες που απέδιδαν στον Ιησού κατά την είσοδο στα Ιεροσόλυμα: «…γέροντες νέοι και παιδιά τον επροϋπαντούσαν και ωσαννά Υιέ Θεού…» ή «ο λαός και τα παιδία βαγιοφόρους απαντούν ωσαννά ευλογημένε κράζουν και τον προσκυνούν…» και ο ευαγγελιστής αναφέρει: «…και οι προάγοντες και οι ακολουθούντες έκραζον, ωσαννά ο ερχόμενος εν ονόματι κυρίου, ευλογημένη η ερχομένη βασιλεία του πατρός ημών Δαυίδ, ωσαννά εν τοις υψίστοις…»

Σήμερα το τραγούδι των Βαϊων ακούγεται από τα παιδιά του Δημοτικού που με μεράκι και κόπο στολίζουν περίτεχνα ένα μεγάλο κλαδί βάγιας και φροντίζουν κάθε χρόνο να αναβιώνουν το έθιμο.
Καθώς το μεσημέρι πλησιάζει, η παράδοση απαιτεί το γεύμα να έχει ψάρι και κατά πολλούς οπωσδήποτε παστό κολιό.
Tο βράδυ στην Εκκλησία «ψέλνουν το Νυμφίο» και με κατάνυξη όλοι προσκυνούν την εικόνα του Χριστού που προβάλλει στο μέσον του ναού.

"ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ"

Τριγυρίστε όπου διατηρείται ακόμα η παράδοση και γυρέψτε όπως και όσο μπορείτε μ’ ανοιχτά τ’ αυτιά και με ορθάνοιχτη την καρδιά να ακούσετε τούτο το μοιρολόι.
Γυρέψτε το τη Μεγάλη Εβδομάδα καθώς η νοικοκυρά ετοιμάζει το σπίτι της για να υποδεχτεί τον Αναστημένο Χριστό, καθώς χτυπά η πένθιμη καμπάνα της Εκκλησιάς. Σκύψτε κι ακούστε τη φωνή...
Είναι ένα μοιρολόι που απέδιδε με πολύ παραστατικό τρόπο το γεγονός της σύλληψης του Χριστού και το πώς γίνεται γνωστό το δυσάρεστο νέο στην Παναγία. Πριν από πολλά χρόνια με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο, στο Μανταμάδο, απέδιδε το περιεχόμενο του άσματος η «Στυλιάναινα» ή «Αννα τ’ Στυλιάν’». Με κινήσεις των χεριών και μορφασμούς του προσώπου ιστορούσε τα γενόμενα. Αλλά και όποια γυναίκα το τραγουδούσε ένιωθε το πόνο της μάνας, τον μετέφερε στη συντροφιά της γειτονιάς και προκαλούσε δάκρυα. Το ίδιο αισθανθήκαμε και μεις όταν το ακούσαμε.
Είναι σα να ξαναζωντανεύουν μπροστά μας εκείνες οι μέρες της αγωνίας, της θυσίας, των Παθών:

Το μοιρολόι της Παναγίας

Τώρα είν Μιγάλ’ Σαρακουστή ,τώρα είν’ κι ΄Αγιες μέρες
που λένε τ’ ΄Αγιος ο Θεός και τ’ ΄Αγια τα Βαγγέλια.
΄Οποιος το λέει σώνεται κι όποιος τ’ ακού αγιάζει
κι όποιος το καλαφουγκραστεί παράδεισο θα λάβει.
Καλό είν’ τ’ ΄Αγιος ο Θεός καλό είναι κι ας το πούμε
Κάτω στα Ιεροσόλυμα ένα δεντρί φυτρώνει
κορμό του είναι ο Χριστός και ρίζα η Παναγία
και τα ψηλά κλωνάρια του οι δώδεκα Αποστόλοι.
Τη μέρα τη σημερινή την υπερευλογημένη
η Παναγιά ελούζονταν μες σ’ αργυρή λεκάνη.
Ακού φωνές, ακού βροντές, βγαίνει στο παραθύρι.
Θωρεί δεξιά, θωρεί ζερβά, βλέπει τον ΄Αγιο Γιάννη
και βάσταγε στο χέρι του μαλλιά απ’ τη κεφαλή του
και στ’ άλλο το χεράκι του μαντήλι ματωμένο.
-Τι έχεις Γιάννη μ’ κι έρχεσαι κλαμένος και δαρμένος;
Ο δάσκαλός σου σ’ έδειρε ή το χαρτί εχάσες;
-΄Ας μ’ έδερνε ο δάσκαλος κι ας έχανα το χαρτί μου.
Δεν έχω στόμα να στο πω,
γλώσσα να στο μιλήσω,
Μήτε η καρδιά μου το βαστά να σου το μολογήσω.
Το δάσκαλό μου πιάσανε οι άνομοι Εβραίοι.
Σαν κλέφτη τον επιάσανε και σα φονιά τον πάνε
και βάλαν στα χεράκια του καντάρια αλυσίδα
και ράψαν τα ματέλια του μ’ εφτά κάτια μπροσίμι
και βάλανε στη πλάτη του το μύλο το λιθάρι.
Σα δέντρο τον εσκίσανε ’πα’ στη φωτιά τον ρίχνουν
χρυσές ασπίθες έβγαιναν κι οι ουρανοί λαμπάδες.
Η Παναγιά σα τ’ άκουσε έπεσε λιγωμένη.
Στάμνες νερό τη περιχούν, στάμνες και το ροσόλι
τέσσερα το ροδόσταμο ώσπου να συνεφέρει
κι απάνω που συνέφερε αυτός ο λόγος λάλει:
-Ας έρθει η Μάρθα κι η Μαριάμ και του Προδρόμου η μάνα
και του Λαζάρου η αδελφή όλοι να πάμε αντάμα.
Να πάμε να τον έβρουμε, πριν να τον θανατώσουν
πριν να του βάλουν το σταυρό και να τον φαρμακώσουν.
Πέντε χιλιάδες πάνε μπρός και δώδεκα από πίσω.
Κανένας δε κοντόφτανε μόνο η δόλια μάνα.
Κι έριξε τη πλεξούδα της γινήκαν τα ποτάμια.
΄Εριξε και το τάσι της γινήκαν τα πηγάδια.
΄Εριξε και το χτένι της γινήκαν τα ρουμάνια.
Κι έριξε τα μαλάκια της φυτρώσανε τα χόρτα.
Κλάψανε τα ματέλια της γινήκαν τα κατμέρια.
Και παίρνει το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι
και το στρατί την έβγαλε στου σιδερά τη πόρτα.
-΄Ωρα καλή σου μάστορα και τίνα μαστορεύεις;

-Οι Εβραίοι μου παράγγειλαν καρφιά για να τους φτιάξω.
Κείνοι μου τα’ παν τέσσερα μα γω τα κάνω πέντε.
-Για πές μου, πές μου ατσίγγανε και πού θε να τα βάλεις;
-Τα δυό στα δυό του γόνατα, τα δυό στα δυό του χέρια,
το τρίτο το φαρμακερό μες στα καρατζιγιέρια.,
να τρέξει αίμα και νερό, να πικραθεί η καρδιά του.
-΄Α(ι)ντε και συ ατσίγγανε καταραμένος να’σαι.
Τ’ αμόνι σου να καίγεται και το σφυρί να λιώνει.
Και μέσα στη σακούλα σου παρά μην αποτάξεις.
Σαν του Σαββάτου τον καπνό να’ ναι η φορεσιά σου.
-Σώπα μάνα μου Δέσποινα οπού με καταριέσαι.
Για δες εκείνο το βουνό το μαυραραχνιασμένο…
Εκεί έχουν το γιόκα σου αξάγκωνα δεμένο.
Και παίρνει το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι,
και το στρατί την έβγαλε μπρός στου ληστή τη πόρτα.
Βλέπει τις πόρτες σφαλιστές και τα κλειδιά παρμένα.
-Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου
κι έχω δυό λόγια να σου πω….
Κι οι πόρτες απ’ το φόβο τους ανοίξαν μοναχές τους.
Θωρεί δεξιά, θωρεί ζερβά, βλέπει τον ΄Αγιο Γιάννη.
-Για πες μου, πες μου Γιάννη μου και πουν’ ο Δάσκαλός σου;
-Βλέπεις εκείνον τον γυμνό και τον αναμαλλιάρη
οπού φορεί στη κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;
Αυτός είναι ο γιόκας σου και με ο Δάσκαλός μου.
-Γιέ μου ! και που ειν’ τα κάλλη σου και που η ομορφιά σου;
Γιέ μου! Μονογεννήτη μου και μονοκανακάρη
Σου είχα χρυσοστέφανο, σου βάλαν’ αγκαθένιο.
Σου είχα χρυσοζούναρο, σου βάλανε βατόρι.
Σου είχα χρυσοπάπουτσα, σου βάλανε τσαρούχι.
Σου είχα κούνιες αργυρές, φασκιές μαλαματένιες
κι οπού σε νανουρίζανε οι δώδεκα παρθένες.
Δως μου μαχαίρι να σφαγώ και γκρέμνο να γκρεμνίσω.
-Σα γκρεμνιστείς μάνα μ’ εσύ γκρεμνιέται κόσμος όλος.

Γκρεμνιούνται μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες.
Γκρεμνιούνται κι οι καλόπαντρες για τους καλούς τους άντρες.
Σύρε μάνα μ’ στο σπίτι μας και στο νοικοκυριό μας.
Βάλε κρασί στο μαστραπά κι αφράτο παξιμάδι,
και κάνε τη παρηγοριά να το’ βρει ο κόσμος όλος,
να το’ βρουν μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες,
να το’ βρουν κι οι καλόπαντρες για τους καλούς τους άντρες.
-Για πές μου,πές μου γιόκα μου, πότε να σ’ απαντέχω;
- Όταν σημαίνουν οι εκκλησιές και ψάλλουν οι παπάδες,
τότε και συ μανούλα μου να’ χεις χαρές μεγάλες.
΄Οποιος το λέει σώνεται κι όποιος τ’ ακού αγιάζει,
κι όποιος το καλαφουγκραστεί παράδεισο θα λάβει.

Τα στοιχεία της φύσης σε τούτο το μοιρολόι είναι φορτισμένα με μια ιδιαίτερη σημαντική. Αποκαλύπτουν μια φύση ποιητική και συμπάσχουν με τον πόνο της Παναγίας. Το νερό, τα βουνά, ο ουρανός, τα δέντρα, όλο το σύμπαν συναντά την αγωνία της Παναγίας και θρηνούν μαζί της.
Ξεδιπλώνεται μια ολόκληρη ιστορία. Τη βλέπουμε και την ακούμε. Ποτάμια, πλούσια βλάστηση (ρουμάνια), λουλούδια (κατμέρια), δημιουργούνται στο πέρασμα της Παναγίας, που με την ακολουθία της ζητά απεγνωσμένα το γιό της, μετά τη δυσάρεστη είδηση του μαθητή Του Ιωάννη.
Όλα αυτά τα ίχνη της φύσης αποκτούν μια άλλη διάσταση, δίνουν την εντύπωση πως κρατούν την ιστορία αυτού του τόπου και πως είναι σύμβολα που πρέπει να αποκρυπτογραφήσεις.

Το τραγούδι του Ταξιάρχη

Όλοι μας ξέρουμε πως το μεράκι του κ.Απόστολου Κρανικόλα είναι η ψαλτική.Ένα μεράκι που εδώ και χρόνια έχει εξελιχτεί σε τέχνη και μελωδία που τον καθιέρωσαν σαν παρουσία στο χώρο των θρησκευτικών μας εκδηλώσεων. Δεν αφήνει όμως τον ελεύθερο χρόνο του να πάει χαμένο. Κι αυτό που κάνει είναι αξιόλογο γιατί προσπαθεί να καταγράψει και να κρατήσει ζωντανές στις σελίδες των σημειώσεών του στοιχεία από τη ζωή του Μανταμάδου που σιγά-σιγά χάνεται. Μπορεί να σου αφηγείται με τις ώρες ακούραστα ιστορίες καθημερινές, ανθρώπινες, μιας ζωής φτωχικής αλλά με φιλότιμο και καρδιά.Ιδιαίτερα περήφανος όμως είναι για το ποίημα του Ταξιάρχη που καθώς λέει το τραγουδούσαν παλιότερα. Δε θυμάται από πότε,το τραγουδούσε η αδελφή του και γράφτηκε για να τιμήσει τον σεβαστό άγιο του χωριού μας αλλά και ολόκληρου του νησιού:

΄Αρχων αγγέλων Μιχαήλ
πρωτάγγελος υπάρχεις
στας ουρανίους στρατιάς
συ μέγας ταγματάρχης.

Βουλής στο θείο πνεύμα σου
τα πέρατα ελέγχεις
σ΄ όποιου παράκληση πιστού
η χάρη σου δε τρέχει;

Γοργόφτερος κι αστραφτερός
πάνοπλος παραστέκεις
μπροστά στο θρόνο του Χριστού
μεγάλος αρχηγέτης.

Δέος και φόβος αρχάγγελε
προς τη μορφή σου έχω
μη με τις πράξεις στερηθώ
τη χάρη σου, προσέχω.

Ελέγχεις και παρατηρείς
τις πράξεις της ζωής μας
μ΄ αυτές θα κρίνεις τελικά
τη τύχη της ζωής μας.

Ζυγό κρατάς αρχάγγελε
ζυγό δικαιοσύνης
κατά τα έργα καθενός
ανάλογα θα κρίνεις.

Η θεωρία σου φρικτή
σ΄ όσους παραστρατούνε
αλίμονο το ξίφος σου
το τέλος θα δεχτούνε.

Θηριωδίες και κλαθμοί
σκεπάσανε τη γη μας
πρόφθασε Ταξιάρχη μας
γίνε καταφυγή μας.

΄Ιστασαι πρόθυμος παντού
λέων καθοπλισμένος
έτοιμος να εκδικηθείς
τους παραστρατημένους.

Κάλλη ουράνια κοσμούν
την άϋλη μορφή σου
τίνος πιστού το καύχημα
δεν είναι η δύναμή σου;

Λάμπεις και ακτινοβολείς
σαν ιλαρός κοιτάζεις
γίνεσαι μέγας τιμωρός
σαν τους κακούς δικάζεις.

Μεγάλε Ταξιάρχη μας
μεγάλη σου η χάρη
μη με θυμό την άθλια
ψυχή μου παραλάβεις.

Νόμοι απαραβίαστοι
οι θείες προσταγές σου
μύρια άϋλα τάγματα
εις τις διαταγές σου.

Ξίφος αμφίστομο κρατάς
στην κραταιά σου χείρα
συ των θνητών σου τας ψυχάς
καθοδηγείς στη μοίρα.

Ουρανοδρόμε Μιχαήλ
ταξίαρχε μεγάλε
εις τους κινδύνους της ζωής
τ΄ άγιό σου χέρι βάλε.

Πολέμους γέμισε η γη
άρχοντες κυβερνούνε
στο χείλος της καταστροφής
τον κόσμο οδηγούνε.

Ροές τα δάκρυα κυλούν
από μυρίους πόνους
πρόφθασε Ταξιάρχη μας
μη μας αφήνεις μόνους.

Σωστό καμίνι η ζωή
βράζει η αμαρτία
παραφροσύνη οδηγεί
μόνο στην απιστία.

Το τέλος κάθε μέρας μας
κοντά σε σέ μας φέρνει
στο νου μας όμως δε περνά
πώς συ τη ψυχή μας παίρνεις.

Ύμνος ας γίνει ολόκληρη
η ταπεινή γραφή μου
έλεος Ταξιάρχη μας
ζητώ στη προσευχή μου.

Φύλαξ παγκόσμιος εσύ
πρόμαχος παραστέκεις
μπροστά στο θρόνο του Χριστού
μεγάλος αρχηγέτης.

Θεού μας δημιούργημα
όσο κι αν αμαρτήσω
τη θύρα του ελέους σου
φώτισε να χτυπήσω.

Ψάλλουν τα χείλη των πιστών
ύμνους από καρδίας
θεράπευσε τα τραύματα
της μαύρης αμαρτίας.

Ω! πρωτοστάτα Μιχαήλ
τη ταπεινή γραφή μου
δέξου τη σα τη πιο αγνή
που έχω προσευχή μου.

Μέχρι τώρα συνηθίζαμε να μιλάμε για την εικόνα του Ταξιάρχη που είναι χειροπιαστή και προσιτή στις αισθήσεις μας. Με το παραπάνω ποίημα, μπορούμε να πούμε ότι έχουμε μια ολοκληρωμένη πια γνώμη για τον "μέγα Ταγματάρχη'.
Το παραπάνω ποίημα-τραγούδι του αρχαγγέλου, μπορεί να θεωρηθεί και ως προσευχή και παράκληση κατ΄ αρχήν προσωπική του ανώνυμου "τραγουδοποιού" και στη συνέχεια φαίνεται να εκφράζει τις σκέψεις όλων των πιστών.
Σε άλλες στροφές απευθύνεται σε πρώτο πρόσωπο θέλοντας έτσι να δημιουργήσει μια πιο στενή σχέση με τον άγιο Ταξιάρχη και σε άλλες μιλά για λογαριασμό όλων.
Αρχικά αναφέρονται οι ιδιότητες του αρχαγγέλου και κατόπιν με ύφος απλό και έκφραση γοργή περιγράφονται οι ενέργειες και η δράση του. Όλα τα συγκλονιστικά και θαυμάσια που γνωρίζουμε γύρω από τη θαυματουργή δράση του άρχοντα Μιχαήλ, ιστορούνται με συγκινητική λιτότητα χωρίς να αποφεύγεται και το στοιχείο της ομοιοκαταληξίας.
Το δέος και ο φόβος που αρκετές φορές μας κυριεύει όταν αντικρίζουμε την εικόνα του αρχαγγέλου εμπεριέχονται σε πολλά σημεία του ποιήματος αλλά ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η στροφή 13 όπου κυριαρχεί η αγωνία του θανάτου.
Παράλληλα ολόκληρο το ποίημα γίνεται κήρυκας της θείας δύναμης και της χριστιανικής πίστης κάνοντας λόγο και για τα κοινωνικά προβλήματα που κυριαρχούν στο κόσμο. Γι΄ αυτό και υποβόσκει η ελπίδα για παρέμβαση του "γοργόφτερου αγγέλου" για απονομή δικαιοσύνης.
Φαίνεται λοιπόν ότι η λαϊκή μούσα προσπάθησε να δημιουργήσει ένα ανάγνωσμα που ενδυναμώνει και αναθερμαίνει τη πίστη προς τον στρατηλάτη και οδηγεί σε εγρήγορση του νου στο να επικαλούμαστε αδιαλείπτως στις δύσκολες αλλά και στις καλές στιγμές τον προστάτη του τόπου μας.

"….έλεος Ταξιάρχη μας
ζητώ στη προσευχή μου" λέει ο ανώνυμος "στιχουργός".
"Ακολουθήσωμεν λοιπόν ένθα οδεύει ο ΄Αγιος…."

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΙ-ΓΙΩΡΓΗ

Άγιε μου Γιώργη αφέντη μου
κι άγιε μου καβαλάρη
αρματωμένος με χρυσό και
με σταυρό κοντάρι.

Όλοι θερμώς προσπίπτουμε
γονυκλιτώς και λέμε
με του Θεού τη δύναμη
«έλα λευτέρωσέ με».

Ελθέ μέσα στο τόπο μας
μες σε βαθύ λιβάδι
εκεί υπάρχει ένα θεριό
εν’ άγριο λιοντάρι.
και για τροφή του δίνουμε
άνθρωπο να δειπνήσει

για να αφήσει το νερό
τη χώρα να δροσίσει.

Μα μια βραδιά δε του’δωσαν
άνθρωπο να δειπνήσει
σταλιά νερό δεν άφησε
τη χώρα να ποτίσει.

Το κλήρο είχον κι έριχναν
κι σ’ όποιον είχε πέσει
έστελνε το παιδάκι του
του λιονταριού πεσκέσι.

Μα έπεσε κι ο κλήρος τους
σε μια βασιλοπούλα
οπού την είχε ο βασιλιάς
μία και μοναχούλα.

Ο βασιλιάς σαν τ’ άκουσε
τρεμούλα τον επιάνει
που χάνει το παιδάκι του
μα τι μπορεί να κάνει;

Γυρίζει δε προς το λαό
αυτόν τον λόγο λέει:
-΄Ολο το βιός μου πάρτε το
μόν’ το παιδί μου αφήστε.

Μα ο λαός εφώναζε
«να ζει η βασιλεία
το έργο να εκτελεστεί
χωρίς αργοπορία»

-Στολίστε το παιδάκι μου
μ’ ολόχρυσο στεφάνι
πανίτε το του λιονταριού
πεσκέσι να το κάνει

Και παρευθείς τη στόλισαν
και με μεγάλη βία
στο λέοντα τη πήγανε
χωρίς αργοπορία.

Σαν έφτασαν στον κάμπο του
την άφησαν μονάχη
δίχως καμιά απαντοχή
κι άλλη ελπίδα να’χει.

Το δράκοντα περίμενε
με τι καρδιά η καημένη;
καθότανε και έκλαιγε
σαν καταδικασμένη.

Γυρίζει ανατολικά
μονάχη γονατίζει
με δάκρυα αλύπητα
προς το Θεό αρχίζει:

-Σε σε προσπίπτω ποιητή
στείλε και γλίτωσέ με
από αυτό το θάνατο
έλα λευτέρωσέ με!

-Κι ευθύς θα πάω να βαπτιστώ
και χριστιανή θα γίνω
και γώ και ο πατέρας μου
και όποιος συντυχαίνω.

-Καταμεσίς στη πόλη μας
θα βάλω σημαντήρι
να το ακούν να έρχονται
όλοι μικροί μεγάλοι,

να’ρχονται να βαφτίζονται
στην ιδική σου χάρη.

Όσπου να πει το λόγο της
σαν αστραπή εφάνει
ένας ξανθός και όμορφος
στ’ άλογο καβαλάρης.

Άσπρο ήταν το άλογο
σταυρό είχε κοντάρι.

Σιμώνει και τη χαιρετά
τη βλέπει λυπημένη
με δάκρυα αλύπητα
έκλαιγε η καημένη.

-Πες μου κόρη μ’ το πόνο σου
και πώς είσαι μονάχη,
σ΄αυτό τ’ αγριολίβαδο
και κάθεσαι μέσ’ βράχοι;

-Θύμα θα γίνω του θεριού
να’ρθει να με δειπνήσει
για να αφήσει το νερό
τη χώρα να δροσίσει.

- Σώπα και μη πικραίνεσαι
Και γω ήρθα δω για σένα
από αγγέλων δι’ θεώ
ήρθα από τα ξένα
να το σκοτώσω το θεριό
που θα’ρθει να σε φάει,
να λυτρωθεί το γένος σας
και συ από τον ΄Αδη.

-Μα πρόσεχε όσο μπορείς
γιατί εγώ θα πλαγιάσω
από το δρόμο το πολύ
λίγο να ξαποστάσω.

-Μα σα τον δεις από μακριά
να’ρχεται να μουγκρίζει
μη φοβηθείς,
μον’ ξύπνα με…

κι αμέσως εκοιμήθει…

Αμέσως εκοιμήθηκε
βαρύς ύπνος τον πήρε…

Να και εφάνει το θεριό!
Η κόρη ευθύς το είδε.

Τα δέντρα όλα σίονται,
οι βράχοι αντιλαλούνε
και τα νερά του ποταμού
άγρια εκοιματούνε.

-Ξύπνα και μη κοιμάσαι πια
και το θεριό εφάνει
και σκότωστο όπως μ’ έταξες,
να λυτρωθεί το γένος μου
και γω από τον ΄Αδη.

Ευθύς ανασηκώνεται
στο άλογο πηδάει
και το κοντάρι έπιασε
και το θεριό μουγκράει.

Σαν άνοιξε το στόμα του
να καταπιεί το σωμα
του έριξε μια κονταριά
καταμεσί στο στόμα.

Τη κεφαλή του τρύπησε
και στη γη εμπήχθει
και τα μυαλά του σκόρπισαν
και αίμα πολύ εχύθει.

Σαν είδε τα γενόμενα
αμέσως γονατίζει
με δάκρυα αλύπητα
προς το θεό αρχίζει:

-Σε σε προσπίπτω ποιητή
και λυτρωτή του κόσμου
όσα κι αν σου ζήτησα
τα είδα με το φώς μου.

-Δεν είμαι πια βασίλισσα
καλογριά θα γίνω
σε μοναστήρι θα κλειστώ
και ράσα θα φορέσω.

-Πες μου νέε μ’
τι ονομάζεσαι
και πούθε τόπο είσαι;
Χαρίσματα απ’ το πατέρα μου
γρήγορα να προσμένεις.

-Γεώργιος ονομάζομαι
από τη Λύδα είμαι
χιλίαρχος τα’ αξίωμα
και βαπτισμένος είμαι.

-Άντε κόρη μ’ στο σπίτι σας
και πέτα στους γονιούς σου
τα θάματα που απόδειξε
σήμερα του κορμιού σου

Η κόρη τρέχει χαρούμενη
στο σπίτι της πηγαίνει
βλέπει εκείνους τους γονιούς
κλαίοντας οι καημένοι.

-Γονιοί μου μη λυπάστε πια
και το θεριό σκοτώθει
εγώ ξελευτερώθηκα
κι η χώρα μας εσώθει.

-Αντε πατέρα μ’ να τον δεις
το νέο που’χει χάρη
άσπρο είναι το άλογο
σταυρό έχει κοντάρι.

Τρέχουν και τον συναπαντούν
όλοι μικροί μεγάλοι
και τα κλειδιά του δίνουνε
να μπεί να βασιλέψει
της χώρας τους τις πόλεις τους
όλες να κυριέψει.

-Εγώ θα πάω στους ουρανούς
στη θέση μου θα κάτσω.

-Γκρεμίστε τα τα είδωλα
και χτίστε Εκκλησία
ένας είναι ο Θεός
μία η Παναγία.

-Βάλτε δεξιά ένα Χριστό
ζερβά τη Παναγία
βάλτε και πιο ζερβότερα
εν’ άγιο καβαλάρη.

Κι όσπου να πει το λόγο του
σαν αστραπή εχάθει…..

Το ποίημα είναι συμβολικό.Ο άγιος,η αρχόντισσα,το θεριό,όλα μαρτυρούν την γνώμη που έχει ο λαός για τη νίκη του καλού εναντίον του κακού.
Κατά μία άποψη το ποίημα γράφτηκε για να δηλώσει τη προσδοκία του Ελληνικού λαού να λευτερωθεί από το Τούρκο κατακτητή γι’ αυτό και οι μεγαλύτεροι το έλεγαν πολύ συχνά στους νεότερους για να τους μεταλαμπαδεύσουν την ελπίδα για λευτεριά που θα’ρθει με αγώνες και προσωπικές θυσίες.
Για πολλούς όμως,χωρίς η μια άποψη να αντικρούει την άλλη,το ποίημα του Αγ.Γεωργίου δηλώνει τη νίκη του χριστιανισμού κατά της ειδωλολατρίας.
Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως το περιεχόμενο του συγκεκριμένου ποιήματος που ακουγόταν παλιότερα στο Μανταμάδο,αποτελεί κράμα των δύο απόψεων.
Στη πρώτη στροφή γίνεται προσφώνηση και περιγραφή του Αγίου,που αντιστοιχεί με τον τρόπο απόδοσης στις εικόνες των Εκκλησιών.
Στη συνέχεια ο άγνωστος δημιουργός του ποιήματος,εκφράζει τη προσδοκία του λαού για λευτεριά «έλα λευτέρωσε με»,δηλώνοντας παρακάτω και το δυνάστη:«…υπάρ χει ένα θεριό,εν’ άγριο λιοντάρι…»Είν’ ο κατακτητής που λεηλατούσε και καταδυνάστευε τον ΄Ελληνα μ΄οποιοδήποτε τρόπο.Κι όποια φορά ο λαός αντιστεκόταν τον κατατρόπωνε ζητώντας τούτη τη φορά περισσότερα ανταλλάγματα.Μπορεί όμως το θεριό να δηλώνει και το ειδωλολατρικό στοιχείο που συχνά ζητά δηλωτικό της πίστης την ανθρωποθυσία,που όλοι χωρίς διάκριση πρόσφεραν.
Η θυσία ανθρώπων για να εξευμενιστεί το κακό παρατηρείται κατά την αρχαιότητα.Ο βασιλιάς είναι αναγκασμένος να θυσιάσει το παιδί του για το καλό του λαού.Για παράδειγμα ο Αγαμέμνονας θυσιάζει τη κόρη του Ιφιγένεια για να φυσήξει άνεμος που θα οδηγήσει τα πλοία στη Τροία.
΄Ετσι παρατηρούμε την άρρικτη ενότητα που υπάρχει στη παράδοση.Οι συνήθειες διαφοροποιούνται,το μέσο λύτρωσης παραμένει το ίδιο:η θυσία.
Σε τούτο το ποίημα,ύστερα από κλήρο ήρθε και η σειρά του άρχοντα.΄Επρεπε να προσφέρει τη κόρη του.Ο λαός δε δεχόταν αντιρρήσεις.
Ο λαός εφώναζε
Να ζει η βασιλεία
Το έργο να εκτελεστεί χωρίς αργοπορία.
Αν υποστηρίξουμε την άποψη ότι γίνεται λόγος για ειδωλολατρία φαίνεται ότι τα λόγια των πολιτών αντικατοπτρίζουν ακριβώς την νοοτροπία των ειδωλολατρών.Θέλουν να στηριχτούν σ΄ένα επίγειο σύμβολο που θα τους ορίζει και θα τους κυβερνά και επιμένουν να προσποιούνται πως δε γνωρίζουν τον αληθινό Θεό – όπως φαίνεται παρακάτω -.
Την άποψη ότι το ποίημα κατά ένα μέρος αναφέρεται στη νίκη του χριστιανισμού κατά της ειδωλολατρίας ενισχύει και η αντίδραση της κόρης που με απόφαση του λαού βρίσκεται μόνη στο κάμπο απαντέχοντας το δήμιό της:

«…μονάχη γονατίζει
με δάκρυα αλύπητα
προς το θεό αρχίζει…»

Απ’ τη προσευχή της καταλαβαίνουμε πως δεν είναι χριστιανή.Γνωρίζει όμως για τη πίστη, τον ένα θεό, όπως οι περισσότεροι ειδωλολάτρες εκείνης της εποχής.Το θέμα ήταν ότι δυσκολευόταν τη παραδοχή της νέας θρησκείας.Πάντα χρειαζόταν κάτι δυνατό.Ένα θαύμα,μια δύσκολη στιγμή,μια αρρώστια,ο κίνδυνος του χαμού,ο επικείμενος θιάνατος,ότι τους τρόμαζε.Και η απόδειξη της μεγαλοψυχίας του θεού τους έκανε να πιστέψουν.
«Με δάκρυα αλύπητα».Ο στίχος εμφανίζεται δυο φορές στο ποίημα.Τα δάκρυα είναι δηλωτικό της μετάνοιας.Πρώτα της κόρης και κατόπιν όλων των γνωστών της όπως η ίδια υπόσχεται.
Απροσδόκητη για την ίδια – σίγουρη για το δημιουργό του ποιήματος – η εμφάνιση του καβαλάρη φέρνει μια πνοή αισιοδοξίας.
«ήρθα από τα ξένα
να λυτρωθεί το γένος σου
και συ από τον άδη»
Νέος και δυνατός ο ελευθερωτής,δίνει ηρωική χροιά στο ποίημα που έχει μια ακλόνητη βάση.Τη πραγματικότητα.
1)Την άγρια πάλη του ελληνισμού με τον κατακτητή
2)Τις διαφορές μεταξύ ειδωλολατρίας και χριστιανισμού.
Ο θάνατος στο προσκήνιο.Το θεριό εμφανίζεται.
Όλα ταράσσονται.Αναστατώνονται συθέμελα.
Όπως κάθε φορά που οι ειδωλολάτρες κατέφευγαν στους διωγμούς για να εξαφανίσουν τους οπαδούς του χριστιανισμού,όπως κάθε φορά που ο κατακτητής εκμεταλλευόταν το δουλωμένο γένος.
Σαν φυσικό επακόλουθο έρχεται η ενέδρα στο θάνατο.
Ο άγιος σύμβολο της ζωής.
Το θεριό της σκλαβιάς (στα είδωλα ή στον κατακτητή).
Έρχονται αντιμέτωποι.Χτυπιούνται.
Νικητής βγαίνει η ζωή.
Χαρακτηριστική η ομαδική μεταστροφή.

«Τρέχουν και τον συναπαντούν
όλοι μικροί μεγάλοι
και τα κλειδιά του δίνουνε…»
Και παρ’ όλο που είναι έτοιμοι να του δώσουν τα κλειδιά της πόλης ακολουθούν τα λόγια του αγίου που αποδεικνύουν την αποστροφή των χριστιανών προς τα υλικά αγαθά και τις επίγειες τιμές:
«Εγώ θα πάω στους ουρανούς
στη θέση μου θα κάτσω…»

Η γλώσσα που χρησιμοποιείται στο ποίημα είναι η ζωντανή δημοτική.Το ύφος είναι γοργό γεμάτο από κυριολεξίες.Τα γεγονότα δίνονται με λογικό τρόπο.Κάθε στροφή είναι και ένα ολοκληρωμένο νόημα.Οι διάλογοι του βασιλιά με το λαό,της κόρης με τον άγιο,οι ερωτήσεις και ορισμένες επαναλήψεις,δίνουν μια ξεχωριστή πνοή και δύναμη σ’ όλο το ποίημα.
΄Εντονο επίσης είναι το θρησκευτικό στοιχείο,κυρίως στις τελευταίες στροφές όπου ο άγιος δηλώνει την ύπαρξη του ενός και μοναδικού θεού.

Αντίστοιχη με το ποίημα είναι και η ιστορία σε πεζή μορφή που η λαϊκή παράδοση δημιούργησε.Τοποθετεί τα δρώμενα σε μια περιοχή της Ανατολής,την Αλαγία,με βασιλιά τον Σέλβιο,λάτρη των δώδεκα θεών και πιστό στον αυτοκράτορα Διοκλητιανό,που ήταν μεγάλος διώκτης των χριστιανών.Η ύπαρξη ενός θεριού στη λίμνη δημιουργεί πρόβλημα στους κατοίκους της περιοχής.Σύμφωνα με τους χρησμούς των ιερέων έπρεπε ο καθένας με τη σειρά του να προσφέρει από ένα παιδί για να χορτάσουν τη πείνα του θηρίου.΄Οσπου έφτασε η σειρά της βασιλοκόρης.Παρ’ όλες τις αντιρρήσεις του βασιλιά πατέρα της έπρεπε να ακολουθήσει τη μοίρα της.Στολισμένη με τα αρχοντικά της ρούχα περίμενε στην ακρολιμνιά κλαίγοντας.Η τύχη έκανε τον Γεώργιο τον Καππαδόκη,στρατιωτικό διοικητή του Διοκλητιανού,να περνά από κεί.Η συνέχεια είναι γνωστή,με μια παραλλαγή.Ο στρατιωτικός άγιος ζητά απ’ τη κοπέλλα τη στιγμή που εμφανίζεται το θεριό να το δέσει από τη ζώνη της και να το σύρει ως τα τείχη της πόλης,όπου όλοι είχαν μαζευτεί για να δουν το χαμό της.
Ο λαός εντυπωσιάζεται από τη ξαφνική δύναμη της κόρης αλλά τρομοκρατούνται και τρέχουν να κρυφτούν.
Ο άγιος τους ρωτά αν πιστεύουν στον αληθινό Θεό.
«Αν πιστεύετε» τους λέει «τότε θα μου δώσει δύναμη για να σκοτώσω τον δράκο»…..

Σύμφωνα με τις πηγές ο άγιος Γεώργιος ήταν χριστινός αξιωματούχος του ρωμαϊκού στρατού,από την Καππαδοκία.Μαρτύρησε την εποχή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού το 303,γιατί αρνήθηκε να εκτελέσει τη διαταγή του για διωγμό των χριστιανών.
Από τη εκκλησία μας γιορτράζεται στις 23 Απριλίου.Θεωρείται προστάτης της γεωργίας,της κτηνοτροφίας,των ψαράδων,των πολεμιστών και των αιχμαλώτων.
Η παράδοση που αναφέρεται στον άγιο και τη νίκη του κατά του δράκου δημιουργήθηκε τον 12ο αι.μ.Χ.
Στη Δύση η λατρεία του καθιερώθηκε από τον 6ο αι.μ.Χ.
Επίσης οι ΄Αγγλοι τον θεωρούν προστάτη τους.
Το ότι θεωρείται προστάτης των κτηνοτρόφων,πολύ πιθανό να δικαιολογεί και την ύπαρξη της Εκκλησίας που είναι αφιερωμένη στον ΄Αϊ-Γιώργη στη περιοχή του Μανούλου.
Γραφικό ασβεστωμένο ξωκκλήσι που με τα βαθύσκιωτα δέντρα και το δροσερό νερό αποτελεί για ντόπιους και για ταξιδιώτες αφορμή για ξεκούραση και για περισυλλογή.