Κεραμικά

Έως και τις αρχές της εκβιομηχάνισης, οι οποίες στην Ελλάδα μπορούν να τοποθετηθούν μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο χώρος της Ανατολικής Μεσογείου βρίθει κέντρων παραδοσιακής αγγειοπλαστικής.
Η εμβέλεια κάποιων από αυτών παρέμεινε τοπική, ενώ άλλα αναπτύχθηκαν περισσότερο, δημιουργώντας πλεόνασμα και προχωρώντας στη διάθεση του έξω από τα όρια της κοινότητας.

Για τους κατοίκους του Μανταμάδου, η αγγειοπλαστική ήταν και παραμένει τέχνη ασκούμενη κατά παράδοση. Το πλήθος των εργαστηρίων, τα οποία συναντά κανείς σήμερα εγκαταλελειμμένα στις παραλιακές κυρίως περιοχές, δεν αφήνει αμφιβολίες για την έκταση της παραγωγής κάποτε.
Η Πεδή, ο Ασπροπόταμος, το Κουλοστάσι, ο Άγιος Στέφανος, ο Καλαφάτης, το Μυριάντρι, η Καμήλα, ο Παληός, ο Ανοιχτός και, πρώτα από όλους ο ίδιος ο Μανταμάδος διατηρούν ακόμη τους αδιάψευστους μάρτυρες μιας μακροχρόνιας δραστηριότητας.
Στον Μανταμάδο πρέπει να υπήρχαν 20 τουλάχιστον εργαστήρια και στις παραλιακές 44, από τα οποία σώζονται πολύ λιγότερα.

Η αναφορά του αγγειοπλαστικού εργαστηρίου ως «κουμαράδικου», ήδη από τα μέσα του περασμένου αιώνα, είναι ενδεικτική της εξειδικευμένης παραγωγής στην περιοχή. Παρ΄ότι οι αγγειοπλάστες κατασκεύαζαν μεγάλη σειρά αγγείων διαφόρων χρήσεων, το κατ΄εξοχήν τοπικό προϊόν ήταν το κουμάρι, υδροφόρο αγγείο για επιτραπέζια κυρίως χρήση.
Η λέξη κουμάρι προέρχεται ίσως από το λατινικό cucuma που σημαίνει «δοχείο για νερό», λάγηνο: ένα εξειδικευμένο, πολύ καλής ποιότητας προϊόν, που ξεχώρισε σε σχέση με τα υπόλοιπα, όχι μόνο στον στενό περίγυρο της επαρχίας, αλλά σε ολόκληρο το νησί – όπου υπήρχαν και άλλα κέντρα παραγωγής - και τελικά σε όλο το Αιγαιοπελαγίτικο χώρο.

Ακριβή στοιχεία για την απαρχή της αγγειοπλαστικής δραστηριότητας στην περιοχή δεν έχουμε. Στη συνείδηση των Μανταμαδιωτών η αγγειοπλαστική είναι συνυφασμένη με κάτι το «αρχαίο». Σε ερωτήσεις για το πότε χτίστηκαν τα παλιά εργαστήρια, συχνά η απάντηση είναι «από το 1800».
Από τα μέσα πάντως του 19ου αιώνα η κατασκευή και η πώληση κεραμικών αντικειμένων δεν ήταν περιστασιακή απασχόληση κάποιων λιγοστών τεχνιτών που κάλυπταν τις τοπικές μόνο ανάγκες, αφού το 1846 η εν Μανδαμάδω συνάφεια τσουκαλάδων υπογράφει την εικόνα της γέννησης του αϊ-Γιάννη του Προδρόμου, την οποία αφιέρωσε στο ναό του Αγίου Βασιλείου.
Για συντεχνία τσουκαλάδων γίνεται λόγος και το 1908, όταν η τότε Κοινότητα αποφασίζει, κατόπιν εγκυκλίου του Οικουμενικού Πατριάρχη, να απαγορεύσει στους τσουκαλάδες και στους άλλους καταστηματάρχες της κωμοπόλεως να ανοίγουν τα μαγαζιά τους τις Κυριακές. Το 1865, τέλος, ο Γερμανός περιηγητής Α.Conze, αναρωτιέται αν θα πρέπει να συνδέσει την αρχαία αγγειοπλαστική με το πλήθος των κεραμικών αγγείων που βλέπει να κατασκευάζονται στην περιοχή.

Έως τη δεκαετία του 1980 δούλευαν εννέα (9) αγγειοπλάστες σε παραδοσιακά εργαστήρια. Κατασκευάζουν τα ίδια βασικά σχήματα αγγείων σε μικρότερες φυσικά ποσότητες, σε διάφορα μεγέθη και με διαφορετικό αγοραστικό προορισμό. Η στροφή προς την παράδοση, που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, ευνόησε τόσο του παλαιότερους αγγειοπλάστες που συνέχιζαν να δουλεύουν με παραδοσιακά μέσα, όσο και τους νεότερους που εκσυγχρόνισαν την παραγωγή τους και προσπάθησαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις μιας ευρύτερης πελατείας.
Χρησιμοποιούν εφυάλωση και χημικά πυροχρώματα, αλλά ταυτόχρονα διευρύνουν την παραγωγή τους με αγγεία που κατασκευάζονται σε πανελλήνια κλίμακα. Η ποικιλία των σχημάτων και οι ποσότητες από κάθε είδος δεν καθορίζονται πλέον από τις οικιακές ανάγκες αλλά κυρίως από της εποχής και τις προτιμήσεις των επισκεπτών.

Στόχος πλέον των κεραμιστών του Μανταμάδου, όπως οι ίδιοι δηλώνουν, είναι να κρατήσουν ζωντανή την παράδοση, σχεδόν δύο (2) αιώνων, της κεραμικής τέχνης, και συνάμα να την προβάλουν και να την γνωστοποιήσουν σε πανελλήνια βάση. Κινούμενοι σ΄ αυτό το πλαίσιο, έχουν καταφέρει να κηρυχθεί διατηρητέος ο οικισμός του Αγίου Στεφάνου, όπου συναντάμε πολλά παλιά εργαστήρια κεραμιστών, και συνεχίζεται η προσπάθεια για την περαιτέρω αξιοποίηση και ανάδειξή του.

Ένα ακόμη βήμα προς τον ίδιο σκοπό αποτελεί η Παλλεσβιακή Έκθεση Κεραμικής που ήδη είναι θεσμός, καθώς έφτασε τα ένδεκα (11) χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας στο Πολύκεντρο Μανταμάδου, και προσελκύει χιλιάδες επισκέπτες, κάθε χρόνο την περίοδο λειτουργίας της που αρχίζει το τελευταίο Σαββατοκύριακο του Ιουλίου και ολοκληρώνεται στις 31 Αυγούστου.