Ιστορία – Πολιτισμός

Αρχαιολογικοί χώροι – Βυζαντινά μνημεία - Νεώτερα μνημεία :

Αρχαία Πύρρα (8ος – 3ος π.Χ. αι.)
Ιερό Μέσων (4ος π.Χ. αι.)
Ιερό Κλοπεδής (8ος – 6ος π.Χ. αι.)
Γέρνα (ερείπια αρχαίας πόλης και βυζαντινού οικισμού)
Παλαιοχριστιανική Βασιλική Αγίου Γεωργίου Χαλινάδου (6ος αι.)
Σπήλαιο-Ασκητήριο Αγίας Παρασκευής (πρωτοχριστιανικοί χρόνοι)
Παλαιοχριστιανική Βασιλική Ταξιάρχη Τρουλωτής Νάπης
Γέφυρα Κρεμαστής (14ος – 15ος αι.)
Γεφύρι Βρομόνερου (18ος αι.)
Μετόχι Ταξιαρχών Κλοπεδής (16ος αι.)
Εκκλησία Παμμεγίστων Ταξιαρχών (1856)
Εκκλησία Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Νάπης
Αρχαιολογική Συλλογή Νάπης
Υδρόμυλοι Μυλοποτάμου

Κοντά στις εκβολές του ποταμού Βούβαρη, βρίσκονται τα ερείπια της αρχαίας πόλης της «Πύρρας», καταποντισμένα στη θάλασσα και ορατά όταν το νερό ηρεμεί, η θέα των οποίων προκαλεί δέος. Η Πύρρα ήταν μια από τις πέντε πόλεις - κράτη της Λέσβου κατά την αρχαιότητα. Η ύπαρξή της χρονολογείται από τον 10ο - 8ο π. Χ. μέχρι το 231 π. Χ. όπου ισχυρός σεισμός κατέστρεψε την πόλη και με την παλίρροια που προκάλεσε βύθισε τμήμα της. Η θέση που κατείχε η Πύρρα στην αρχαιότητα ήταν ιδεώδης. Στο πλάτωμα πάνω από τη θάλασσα, δέσποζε στην γύρω θαλάσσια και χερσαία περιοχή. Το τείχος του περιβόλου, ακολουθώντας το χείλος του πλατώματος, έφτανε το 1,5 χλμ., περιλαμβάνοντας στα όριά του έκταση 73 στρεμμάτων. Πύλες υπήρχαν στα σημεία που απέληγαν στο υψίπεδο οι φυσικές αναβάσεις των γενικά ανηφορικών και δύσβατων πλαγιών.

Στη ίδια περιοχή έχουν βρεθεί επίσης και τα ερείπια παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Στην κορυφή του ομώνυμου λόφου ο οποίος είναι διάσπαρτος από θεμέλια κτιρίων και αρχαία μέλη σώζονται τμήματα του οχυρωματικού τείχους της αρχαίας πόλης, χτισμένα με «λεσβία οικοδομή», ενώ πλησίον της θάλασσας σώζονται τμήματα του μόλου με πελεκημένους ογκόλιθους, του αρχαίου λιμανιού. Η ζωή στο λόφο της Πύρρας συνεχίστηκε και μετά την καταστροφή της πόλης, μέχρι το μεσαίωνα. Απομεινάρια αυτής της ζωής είναι και τα τρία εκκλησάκια (Αγίου Νικολάου, Αγίας Ευδοκίας και Αγίας Φωτεινής) που ερείπιά τους πια υπάρχουν γύρω από το λόφο και ένα ανακαινισμένο εξωκλήσι, του Αγίου Δημητρίου.

Στα «Μέσα», όπου και ο ομώνυμος οικισμός, 9 χλμ. νοτιοανατολικά της Αγίας Παρασκευής και μόλις 800 μ. από την Εθνική οδό προς Μυτιλήνη, έχουν αποκαλυφθεί τα ερείπια του μεγάλου και σημαντικού για τη Λέσβου ιερού, όπου έδρευε το «Κοινό των Λεσβιακών πόλεων» του 4ου π. Χ. αιώνα, αφιερωμένο στη λεσβιακή τριάδα Δία, Ήρα και Διόνυσο. Πρόκειται για έναν Ιωνικό ναό, οκτάστυλο ψευδοδίπτερο, ο μοναδικός του ρυθμού αυτού στον ελλαδικό χώρο. Το όνομα του ιερού προέρχεται από το αρχαίο όνομα «το Μέσσον», που δηλώνει το μέσον του νησιού. Η καίριά του θέση, χωρίς άλλο, έκανε να γίνει το ιερό κέντρο παλλεσβιακής λατρείας και επαφής. Εκεί γίνονταν κάθε χρόνο εορτές κοινές των Λεσβίων, στις οποίες λατρεύονταν οι θεοί της τριάδας και μάλιστα η «Αιολήια θεός πάντων γενέθλα», που ήταν η κατεξοχήν προστάτρια των αιολικών γενών. Προς τιμήν της γίνονταν και τα καλλιστεία, όπου κρίνονταν για την ομορφιά τους οι «Λεσβίδες ελκεσίπεπλοι», ενώ γύρω ηχούσαν θεσπέσια οι ιερές ιαχές των γυναικών.


Κατά τους Χριστιανικούς χρόνους το ιερό μετατράπηκε σε παλαιοχριστιανική κοιμητηριακή Βασιλική, την οποία διαδέχτηκε κατά τους μεταβυζαντινούς χρόνους μικρότερος ναός αφιερωμένος στον Ταξιάρχη (Αρχάγγελο Μιχαήλ). Το εκκλησάκι συν τω χρόνω μετατράπηκε σε ερείπια, αλλά η λατρεία του Ταξιάρχη συνεχίζεται μέχρι σήμερα, πάνω στα ερείπια του παλιού Ναού. Στο χώρο του ιερού το 2005 ολοκληρώθηκαν οι εργασίες ανάδειξης και αναστήλωσης από την Κ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, λειτουργεί ημιυπαίθριος μουσειακός χώρος με τα αρχιτεκτονικά μέλη του ναού και υπαίθριο αμφιθέατρο εκδηλώσεων. Ο αρχαιολογικός χώρος είναι επισκέψιμος καθημερινά εκτός Δευτέρας, καθ΄ όλη τη διάρκεια του έτους.
Το ιερό των Μέσων αποτελεί το σημαντικότερο μνημείο της λεσβιακής ιστορίας και είναι ο μοναδικός οργανωμένος επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος της Λέσβου σήμερα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περιοχή και από άποψη αρχαιολογικών ευρημάτων και όχι μόνο:
Στην «Κλοπεδή», 4 χλμ. βορειοδυτικά της Αγίας Παρασκευής, σε ένα επιβλητικό τοπίο,
μέσα στο πράσινο των ορεινών ελαιώνων και με θέα στα βουνά της αρχαίας Πύρρας και στον «Πυρραίο Εύριπο», συναντάμε τα μοναδικά στην Ελλάδα ερείπια δύο αρχαϊκών ναών του 8ου και 6ου π. Χ. αι. με κιονόκρανα αιολικού ρυθμού, που αποκαλύπτουν τη θέση ενός από τα σημαντικότερα ιερά στην ιστορία της αρχαίας Λέσβου. Στην περιοχή σώζονται επίσης ερείπια Βυζαντινού φρουρίου.
Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία και με τις ανασκαφικές έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί, ο ναός πέρασε από τέσσερις οικοδομικές φάσεις, ώσπου να φθάσει στην τελική του μορφή, γύρω στα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα, όπου απέκτησε εξωτερική κιονοστοιχία με 46 αιολικούς κίονες. Οι κίονες ήταν αρράβδωτοι, πάταγαν πάνω σε κυκλική βάση και στο πάνω μέρος απέληγαν σε ομοιόμορφο εχίνο από όπου «ξεφύτρωνε» το αιολικό κιονόκρανο.
Το αιολικό κιονόκρανο χαρακτηρίζεται από δύο έλικες που ορθώνονται συμπαγείς και
σηκώνουν το επιστύλιο και ένα ανάγλυφο ανθέμιο ανάμεσά τους, θεωρείται ότι προέρχεται από το ιωνικό κιονόκρανο. Δεν είναι γνωστό σε ποια θεότητα ήταν αφιερωμένο το Ιερό. Από τη φυσική διαμόρφωση του χώρου, από τα λείψανα και από τα ίχνη που φαίνονταν γύρω, ήταν φανερό ότι το κυρίως ιερό και πιθανότατα ένα μεγαλύτερο τέμενος αρχικά απλωνόταν σε πολύ ευρύτερη έκταση, χωρίς κτίσματα (αφού η λατρεία στα τεμένη ήταν υπαίθρια και κυριαρχούσαν τα δέντρα και τα νερά). Οι περισσότεροι από τους αναλημματικούς τοίχους της γύρω περιοχής, δίνουν την εντύπωση ότι χρονολογούνται από την αρχαιότητα. Αξιόλογο είναι και το αρχαίο λατομείο όπου βρίσκεται 1,5 χλμ βορειοδυτικά του ιερού, στους πρόποδες του Πετσοφά, στη θέση Πελεκανιές, από όπου έχουν λατομευτεί τα μέλη του μνημείου. Συναντά μέχρι σήμερα ο επισκέπτης σπασμένους και ημιτελείς σφονδύλους κιόνων, πλάκες δαπέδων κ.ά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ερείπια του παλιού μεσαιωνικού χωριού στην περιοχή της «Γέρνας» δύο χλμ. νότια της Αγίας Παρασκευής, που ήταν χτισμένο πάνω στην ομώνυμη προϊστορική πόλη. Από την Εκκλησία του Ταξιάρχη που υπήρχε στη Γέρνα έχει μεταφερθεί το τέμπλο στην Εκκλησία των Ταξιαρχών της Αγίας Παρασκευής, ενώ οι κάτοικοι του χωριού αυτού μετώκοισαν σταδιακά στην Αγία Παρασκευή, τόπο ασφαλέστερο από τις επιδρομές των πειρατών από τον 17ο αιώνα.

Απομεινάρια κτισμάτων των πρώτων χριστιανικών αιώνων υπάρχουν και στην περιοχή «Χαλινάδος», 3 χλμ ανατολικά της Αγίας Παρασκευής και συγκεκριμένα επί της επαρχιακής οδού Αγίας Παρασκευής – Κώμης μαζί με την ομώνυμη παλαιοχριστιανική Βασιλική του Αγίου Γεωργίου.

Θεωρείται ότι ο Ναός αυτός αποτελούσε το καθολικό μικρού μοναστηριού και χρονολογείται στο β΄ μισό του 6ου αιώνα. Το μνημείο ανέσκαψε και αναστήλωσε το 1937 ο καθηγητής αρχαιολογίας Αναστάσιος Ορλάνδος.
Σύμφωνα με τον Ορλάνδο πρόκειται για μια περίπου τετράγωνη βασιλική διαστάσεων 14,17 Χ 15.05 μέτρων που μοιάζει σ’ αυτό με μερικές βασιλικές της βόρειας Συρίας, δείγμα της επίδρασης του συριακού μοναχισμού στο λεσβιακό. Ο κυρίως ναός επικοινωνούσε με τον νάρθηκα με τρεις θύρες. Στην αψίδα του ιερού που έχει αναστυλωθεί σε αρκετό ύψος, υπήρχε το σύνθρονο, ενώ η Αγία Τράπεζα στεγαζότανε από κιβώριο και υπήρχε και άμβωνας.

Ακέραιο σώζεται το τοξωτό μεσαιωνικό «Γεφύρι της Κρεμαστής», ζεύγμα του ορμητικού ποταμού Τσικνιά. Χτίσθηκε από τους Γατελούζους κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας στη Λέσβο (1355-1462) για στρατιωτικούς λόγους (οδική σύνδεση με το κάστρο της Μήθυμνας και τροφοδότηση βίγλας στο Λεπέτυμνο) και για εμπορικές ανάγκες. Για την κατασκευή του θρυλείται ιστορία παρόμοια με του γεφυριού της Άρτας (εντοιχισμός της γυναίκας του πρωτομάστορα).

Του Δράκου το πήδημα, πρόκειται για γεωμορφολογικό σχηματισμό που δημιουργήθηκε σε πετρώματα ηφαιστειακής προέλευσης. Η διαμόρφωση της θέσης αυτής οδήγησε στην χρήση του ως οχυρού από την αρχαιότητα. Βρίσκεται σε απόσταση 1.300 μέτρων βορειοανατολικά της Νάπης και σε απόσταση 200 μέτρων από τον επαρχιακό δρόμο Νάπης - Μανταμάδου από όπου η θέα του είναι εντυπωσιακή.
Το οχυρό, σύμφωνα με τον Ι. Κοντή βρίσκεται στην ενδιάμεση ορεινή ζώνη ανάμεσα στην πρώην Αρισβαία και στην παλιά Μηθυμναία και είναι δύσκολο να καθοριστεί, αν αρχικά ανήκε στην επικράτεια της μιας ή της άλλης πόλης. Δυσερμήνευτη είναι η παρουσία κάποιων οχυρών τοποθεσιών στο εσωτερικό του νησιού από την άποψη του σκοπού που απέβλεπε η παρουσία τους. Ένα απ’ αυτά είναι και του Δράκου το πήδημα, που λόγω του μεγάλου ανοίγματος μεταξύ των βράχων που τοποθετείται παίρνει προφανώς και το όνομά του.
Πρόκειται πιθανά για ένα μικρό φρούριο που προοριζόταν για την παραμονή κάποιας φρουράς, χωρίς να αποκλείεται και η πιθανότητα να χρησίμευε και ως παρατηρητήριο για την εξυπηρέτηση τηλεπικοινωνιακών σκοπών της εποχής. Η εικόνα του όμως ενισχύει την άποψη ότι πρόκειται για κάποιο οχυρό και ότι σκοπός του ήταν κυρίως φρουριακός. Χαρακτηριστικά δείγματα «λεσβίας οικοδομής» συναντάμε στις παρυφές του μεγαλύτερου βράχου, όπου υπάρχουν τμήματα τοίχων δομημένα κατ’ αυτό τον τρόπο.

Μια μικρή αλλά πολύτιμη Αρχαιολογική και Λαογραφική Συλλογή ιδρύθηκε το 2001 με τη συνεργασία της Κ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και του Δήμου Αγίας Παρασκευής. Το μουσείο στεγάζεται στο ισόγειο του Δημοτικού σχολείου Νάπης. Στο μουσείο θα δούμε πέντε καλοδιατηρημένα αιολικά κιονόκρανα του 8ου π.Χ. αιώνα, προερχόμενα από το ιερό της Κλοπεδής, που είχαν μεταφερθεί στην περιοχή «Τρουλωτής» για να χρησιμοποιηθούν κατά τους πρώτους Χριστιανικούς αιώνες σαν δομικά μέλη της Παλαιοχριστιανικής Βασιλικής του «Ταξιάρχη Τρουλωτής», όπου σήμερα βρίσκονται αντίγραφα των πρωτοτύπων. Σε παραπλήσια αίθουσα εκτίθενται μια σημαντική λαογραφική συλλογή της αγροτικής παράδοσης της Νάπης καθώς και ένα σημαντικό έργο του ζωγράφου Θεόφιλου. Ανοιχτή στο κοινό καθημερινά εκτός Δευτέρας.


Αξιοθέατα:

Εκπαιδευτήρια Αγίας Παρασκευής (1925), Δημαρχείο (1930), Δημοτικό Λουτρό (1898), Κοινοτικό Ελαιοτριβείο (1910) - Μουσείο Βιομηχανικής Ελαιουργίας Λέσβου Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς, Πνευματικό Κέντρο Δήμου, Λαογραφική Συλλογή Νάπης, εντυπωσιακά αρχοντικά Αγίας Παρασκευής και βιομηχανικά κτίρια του τέλους του 19ου και αρχών του 20ού αιώνα.

Το Μουσείο Βιομηχανικής Ελαιουργίας Λέσβου (ΜΒΕΛ), στην Αγία Παρασκευή Λέσβου, δημιουργήθηκε από το Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς (ΠΙΟΠ), το οποίο έχει και την ευθύνη για τη λειτουργία του. Στεγάζεται στο χώρο του παλαιού κοινοτικού ελαιοτριβείου, ένα θαυμάσιο κτιριακό συγκρότημα, εστία πολιτισμού, δημιουργήθηκε από την ανακαίνιση των κτιριακών εγκαταστάσεων του, η χρήση του οποίου παραχωρήθηκε στο Ίδρυμα από τον Δήμο Αγίας Παρασκευής. Το έργο εντάχθηκε στο Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Βορείου Αιγαίου 2000-2006 και χρηματοδοτήθηκε από το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης. Το ΜΒΕΛ ανήκει στο δίκτυο θεματικών τεχνολογικών μουσείων του Π.Ι.Ο.Π. και αποτελεί λογική συνέχεια του Μουσείου της Ελιάς και του Ελληνικού Λαδιού στη Σπάρτη.

Το συγκρότημα της Αγίας Παρασκευής αναδεικνύεται σε "μουσείο του εαυτού του", με αποκατάσταση των αρχιτεκτονικών και μηχανολογικών στοιχείων στην ιστορική τους μορφή. O σωζόμενος ιστορικός εξοπλισμός, που έχει αποκατασταθεί, αναδεικνύεται υποδειγματικά, μέσω της "επιδεικτικής" λειτουργίας του και της πλαισίωσής του με ψηφιακές παραγωγές. Παρουσιάζεται η εξέλιξη των μηχανημάτων, με έμφαση στις αλλαγές που επέφερε η εισαγωγή της μηχανικής κίνησης στην ελαιοπαραγωγή. Στο κυρίως κτήριο, δίνεται έμφαση στα τρία βασικά στάδια της διαδικασίας παραγωγής ελαιολάδου (σύνθλιψη του καρπού, συμπίεση του ελαιοπολτού, διαχωρισμός του λαδιού από το νερό) και γίνεται αναφορά στη συμπληρωματική λειτουργία του αλευρόμυλου.

Οι παλαιές αποθήκες ελαιοκάρπου (μπατές) λειτουργούν ως συμπληρωματικές εκθετικές μονάδες, που προβάλλουν το ανθρώπινο στοιχείο. Στις μεγάλες αποθήκες γίνεται ιδιαίτερη αναφορά: α) στην ιστορία του κοινοτικού ελαιοτριβείου της Αγίας Παρασκευής, με έμφαση στην πρωτοποριακή διαδικασία της κοινοτικής ιδιοκτησίας και στον αντίκτυπό της στις κοινωνικές και οικονομικές δομές της περιοχής· β) στην εκμηχάνιση της ελαιουργίας στη Λέσβο· και γ) στο ευρύτερο κοινωνικό-οικονομικό πλαίσιο. Στις μικρές αποθήκες παρουσιάζεται ο κύκλος των εργασιών που συνδέονται με την ελαιοπαραγωγή.
Το Μουσείο περιλαμβάνει επίσης αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, κυλικείο, καθώς και υπαίθριο αμφιθέατρο.
Το Μουσείο Βιομηχανικής Ελαιουργίας Λέσβου επιδιώκει να προβάλει τη βιομηχανική κληρονομιά, τόσο στον τομέα της ελαιουργίας όσο και στο ευρύτερο πεδίο της τεχνολογίας, αλλά και να την εντάξει στα αρχιτεκτονικά, κοινωνικά και πολιτισμικά συμφραζόμενά της.
Στον ίδιο χώρο λειτουργούν από το Δήμο 6 παραδοσιακοί ξενώνες.