Λαογραφική Παράδοση

Το Αναγνωστήριο της Αγιάσου, που ιδρύθηκε το 1894 επί Τουρκοκρατίας και συνεχίζει μέχρι σήμερα αδιάλειπτα την πολυσχιδή του δράση, είναι η κιβωτός της πλούσιας λαογραφικής παράδοσης της Αγιάσου. 

Το ερασιτεχνικό θέατρο
 

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που υπάρχουν, οι ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις στην Αγιάσο άρχισαν από τον προπερασμένο αιώνα. Η πρώτη παράσταση με το έργο του Δημητρίου Βυζαντίου «Βαβυλωνία» δόθηκε το 1879 από το σωματείο «Φιλόπτωχος Αδελφότης Αγιάσου». Ακολούθησαν πολλές άλλες, με αποτέλεσμα το ερασιτεχνικό θέατρο να γίνει παράδοση που συνεχίζεται ως τις μέρες μας.

laogra06

Το Αναγνωστήριο, όπως ήταν φυσικό, προσαρμοζόταν στο πνεύμα και στο ρεπερτόριο της κάθε εποχής και παρουσίαζε ειδυλλιακά δράματα, τραγωδίες εθνικού περιεχομένου, μονόπρακτες κωμωδίες και άλλα παρόμοια. 

Ύστερα από την απελευθέρωση του νησιού συνεχίστηκαν οι ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις και μετά την επανίδρυση του Αναγνωστηρίου έγιναν πολλές προσπάθειες για το θεατρικό εξοπλισμό. Αντικαταστάθηκαν τα παλιά σκηνικά που είχαν καταστραφεί εξαιτίας της χρήσης και συμπληρώθηκε το βεστιάριο. Παρουσιάστηκαν με επιτυχία αρκετά ελληνικά και ξένα έργα. 
Στην Αγιάσο, χάρη στις φιλότιμες προσπάθειες του Πάνου Πράτσου και των συνεργατών του, κυρίως του δάσκαλου Χριστόφα Χατζηπαναγιώτη, που εργάστηκε ως σκηνοθέτης και του κεραμιστή Χαράλαμπου Πανταζή που δούλεψε ως σκηνογράφος, οι ερασιτέχνες του Αναγνωστηρίου παρουσίασαν με εξαιρετική επιτυχία και οπερέτες. Όπως είναι γνωστό, η οπερέτα, το μικρό αυτό κωμικό μελόδραμα, παρουσιάζει αρκετές δυσκολίες, γιατί εκτός από την πρόζα, υπάρχει η μουσική, ο χορός και το τραγούδι, που απαιτούν συντονισμό. Ο ηθοποιός, και πολύ περισσότερο ο ερασιτέχνης, πρέπει να είναι ταλαντούχος για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις αυτού του θεατρικού είδους. Το Αναγνωστήριο ανέβασε στη σκηνή και αρκετές κωμωδίες με μεγάλη επιτυχία. 
Οι Αγιασώτες όμως από νωρίς αισθάνθηκαν την ανάγκη να γράψουν θεατρικά έργα στο ντόπιο γλωσσικό τους ιδίωμα, με ηθογραφικό κυρίως περιεχόμενο. Από το 1994 το Αναγνωστήριο ανέβασε και λεσβιακές επιθεωρήσεις που γράφτηκαν στο Αγιασώτικο γλωσσικό ιδίωμα από τον Αντώνη Μηνά.

Στα πλαίσια των θεατρικών του δραστηριοτήτων αναδείχτηκαν εκατοντάδες ερασιτεχνών ηθοποιών, αλλά το κυριότερο και δεκάδες θεατρικών συγγραφέων, λογοτεχνών και σατιρογράφων, μερικοί εκ των οποίων ευτύχησαν σε πανελλαδική αναγνώριση και τιμήθηκαν και με λογοτεχνική σύνταξη.
Σήμερα λειτουργούν ερασιτεχνικό θεατρικό τμήμα ενηλίκων για ηθογραφίες και λεσβιακές επιθεωρήσεις, καθώς και Πειραματική Σκηνή για μικρούς και ενήλικες.

Ο Καρνάβαλος
 
Η Αγιάσος είναι η Μέκκα του λεσβιακού καρναβαλιού, όπου συρρέουν χιλιάδες κόσμου κάθε χρόνο για να παρακολουθήσουν τις εκδηλώσεις του. Το Αγιασώτικο καρναβάλι ξεχωρίζει για τη μοναδικότητά του και αποτελεί σπάνιο δείγμα της ντόπιας λαϊκής πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Οι ρίζες του εθίμου χάνονται στα βάθη της Τουρκοκρατίας. Μέσα στο διάβα ενός και πλέον αιώνα το έθιμο πέρασε από πολλά στάδια, επηρεάστηκε από μύριες καταστάσεις και συνοδοιπόρησε με την εκάστοτε ιστορική εποχή εξελικτικά. 

laogra02

Το καρναβάλι της Αγιάσου ξεχωρίζει όμως κι απ’ όλες τις πανελλήνιες εκδηλώσεις για την ιδιομορφία του, την καυστική και σπιρτόζικη έμμετρη (σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο) σάτιρα που την εκφράζουν με το ντόπιο γλωσσικό ιδίωμα οι λαϊκοί ποιητές. 

Το παλιότερο έθιμο της Αποκριάς ήταν η «πατινάδα», ο γύρος των παλικαριών στις γειτονιές του χωριού, όπου λειτουργούσαν τα κουιτούκια και γινόταν το νυφοπάζαρο. Τραγουδούσαν παλιά παραδοσιακά τραγούδια (Σούσα, Λυγερή, Τριανταφυλλένια, κ. ά). 
Γύρω στο 1900 ο καλλίφωνος της παρέας (αρχινιστής του τραγουδιού) ντυνόταν με τσολιάδικη φουστανέλα και περικεφαλαία, παριστάνοντας το Μεγαλέξαντρο, που συμβόλιζε την αδούλωτη ελληνική ψυχή και με τα τραγούδια του τόνωνε το εθνικό φρόνημα των σκλαβωμένων ραγιάδων. 
Το Αναγνωστήριο ενδιαφέρθηκε για το καρναβάλι ήδη από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Σύμφωνα με το αριθμ. 56/27-2-1902 πρακτικό του Διοικητικού του Συμβουλίου, επιτροπή αποτελούμενη από μέλη του Δ.Σ. διενήργησε έρανο με σκοπό την απονομή χρηματικών βραβείων σε καρναβαλικές ομάδες. 
Στις αρχές του 19ου αιώνα αρχίζει να μπαίνει ο στίχος. Στην αρχή έκαναν μικρές αυτοσχέδιες παραστάσεις οι χωρατατζήδες του χωριού, σατιρίζοντας πρόσωπα και καταστάσεις της τοπικής κοινωνίας.
Μετά το 1912 και πολύ περισσότερο μετά το 1922 ξεπηδούν νέοι λαϊκοί ποιητές. Είναι τα μπαρουτοκαπνισμένα παλικάρια της Αγιάσου, που γύρισαν από τα πολεμικά μέτωπα. Μέσα από τη σάτιρά τους εκφράζουν τα αιτήματα της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της κοινωνικής αλλαγής. Καθιερώνουν για εκφραστικό τους όργανο την Αγιασώτικη ντοπιολαλιά.
Ήδη από την προπολεμική περίοδο ζωντανεύει το έθιμο του αντικαρνάβαλου ή καρναβαλομαχίας. 
Το 1938 το Αναγνωστήριο αξιοποιεί τη δωρεά του Θεόδωρου Ντουγραματζή ή Κουκουβάλα και θεσπίζει το «Βάλειο» Διαγωνισμό (απονομή χρηματικών επάθλων στα διαγωνιζόμενα καρναβαλικά συγκροτήματα) που - με μικρές διακοπές - κράτησε ως το 1984.
Τις Αποκριές του 1944 ηχεί η προφητική φωνή του καρνάβαλου που προβλέπει την ήττα του γερμανικού φασισμού και την απελευθέρωση της πατρίδας.
Μετά τον εμφύλιο πόλεμο το καρναβάλι μπαίνει σε καινούρια καλούπια. Αλλάζει ο τόπος και ο χρόνος των εκδηλώσεων. Ο μουλαροκίνητος καρνάβαλος δίνει τη θέση του στα άρματα, που καθιερώθηκαν στα χρόνια του Ανανία Καραμανλή. 
Ιδιαίτερη άνθηση γνώρισε το καρναβάλι την περίοδο της δικτατορίας και της μεταπολίτευσης, οπότε παρουσιάστηκαν πολλά από τα καλύτερα αριστουργήματα της ιστορίας του και μάλιστα σε συνθήκες αυστηρής λογοκρισίας.

laogra03

Σήμερα διατηρεί τη μορφή που πήρε μεταπολεμικά (λαϊκό δρώμενο με έντονα θεατρικά στοιχεία σε ανοιχτό δημόσιο χώρο που συνδυάζει σε ολοκληρωμένη θεματική ενότητα τον έμμετρο σατιρικό λόγο με την εμφάνιση αρμάτων). Η θεματολογία της λαϊκής μούσας καλύπτει ένα ευρύτατο φάσμα. Τα θέματά της αντλούνται κυρίως από την αρχαία ελληνική ιστορία και μυθολογία, καθώς και από τη θρησκευτική μας παράδοση. Μέσα απ’ αυτά αναπαράγεται με αλληγορικό και συμβολικό τρόπο η σημερινή κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα και σατιρίζονται με παραλληλισμούς πρόσωπα και καταστάσεις της επικαιρότητας. Ο ποιητής λαός δε μασκαρεύεται απλά για να τέρψει το ακροατήριο του, αλλά φρονηματίζει, παραδειγματίζει, καυτηριάζει με το θερμοκαυτήρα της πέννας του το σάπιο κομμάτι του κοινωνικού σώματος. Δεν είναι σεμνότυφος, χτυπά αλύπητα τα στραβά, μιλά σταράτα και ειλικρινά. Είναι τολμηρός και προφητικός. Δε φοβάται, δε συμβιβάζεται, δε χαρίζεται σε κανέναν. Με την καυστική αθυροστομία του κάνει ενέσεις στον άρρωστο κοινωνικό οργανισμό.

Η προφορική λαϊκή παράδοση διασώζει στο διάβα των αιώνων τα “τριψίματα”, δίστιχα ομοιοκαταληκτικά τραγούδια που υμνούν τα γεννητικά όργανα.
Η καρναβαλική παράδοση συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Τη σκυτάλη της οργανωτικής ευθύνης των καρναβαλικών εκδηλώσεων πήρε από το 1984 ο Πολιτιστικός Σύλλογος Αγιάσου «Ο ΣΑΤΥΡΟΣ». Από το 1999 τα δύο Σωματεία συνεργάζονται στην οργάνωση εκδηλώσεων ερευνητικού περιεχομένου – αναβίωσης παλιών καρναβαλικών εθίμων. Από την ίδια χρονιά συμμετέχει στη διοργάνωση των καρναβαλικών εκδηλώσεων και ο Δήμος Αγιάσου.

Η μουσικοχορευτική παράδοση 

Οι μουσικάντες 
Μια πλήρης Αγιασώτικη παραδοσιακή κομπανία αποτελείται από έξι όργανα : βιολί, σαντούρι, κλαρίνο, τρομπόνι, μπάσο και κορνέτα. Παράλληλα υπάρχουν και μεμονωμένοι μουσικοί (μουσικάντες) που παίζουν ζουρνά και νταούλι. Στις αρχές του αιώνα γύρω στο 1916 – 1917, εισάγεται η λατέρνα από τη Σμύρνη, ενώ λίγο αργότερα έρχεται το μαντολίνο και η κιθάρα για τους ερασιτέχνες που κάνουν καντάδα στην αγαπημένη τους. Μαντολίνο, όμως, μαθαίνουν και πολλές κοπέλες από εύπορες οικογένειες. Μετά τον πόλεμο μπαίνει και το μπουζούκι, το οποίο παίρνει στην ορχήστρα τη θέση του σαντουριού. 

laogra04

Οι μουσικάντες κλείνονταν από ιδιώτες είτε εκ των προτέρων για γάμο, βαφτίσια κ.λ.π., είτε αυθόρμητα σε στιγμές κεφιού, είτε τις Κυριακές και γιορτές. Στις μεγάλες γιορτές τους έκλειναν τα μεγάλα καφενεία. Το «Αναγνωστήριο» τους έκλεινε όταν έκανε τις χοροεσπερίδες του και οι συντεχνίες όταν γιόρταζαν τον προστάτη τους Άγιο.

Η αμοιβή τους άλλοτε συμφωνούνταν προκαταβολικά, συνήθως με τα μεγάλα καφενεία, τη συμπλήρωνε δε η “χαρτούρα” που έριχναν οι παρέες στο σαντούρι.
Οι μουσικάντες ήταν περιζήτητοι και το κύρος τους μεγάλο, δεδομένης της σημαντικής θέσης που καταλάμβαναν στη ζωή των Αγιασωτών ο χορός και η μουσική. Απ’ το πρωί που έβγαιναν στο δρόμο είχαν δουλειά, που ξεκινούσε συνήθως από τα καφενεία της αγοράς για να καταλήξει συχνά στο σπίτι του Αγιασώτη που “είχε” τη μουσική ή αντίστροφα. Τις γιορτινές μέρες δεν κοιμόντουσαν καθόλου. Οι παλιοί μουσικάντες έπιναν πολύ και κάποιοι πέθαναν αλκοολικοί. Οι νεότεροι έπιναν λίγο, έτσι για να έρθουν στο κέφι, όπως λένε οι ίδιοι.

Οι σκοποί
Οι Αγιασώτες δεν τραγουδούν πάνω στο χορό. Τραγουδούν τραγούδια της τάβλας, σε γάμους, αρραβώνες, βαφτίσια ή σκοπούς περιπατητικούς που παίζονται από την κομπανία στην πατινάδα της Κυριακής ή συνοδεύοντας τη νύφη στην εκκλησία ή το νεκρό στην τελευταία του κατοικία, με ανάλογο βέβαια πάντα περιεχόμενο. 

Ως προς την προέλευση, είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τους Λεσβιακούς από τους Μικρασιάτικους σκοπούς. Λέσβος και Μικρασιατική ακτή θεωρούνταν ένα και το αυτό, η επαφή ήταν συνεχής οι μουσικοί ταξίδευαν συχνά απ’ το ένα μέρος στο άλλο. Γνωστοί σκοποί ήταν το ζεϊμπέκικο του Αϊβαλιού, το Σμυρναίικο, το Περγαμηνό. Οι πιο δημοφιλείς σκοποί όμως, που θεωρούνται και οι «εθνικοί ύμνοι» της Λέσβου, είναι τα “Ξύλα”, συρτό προερχόμενο μάλλον από τουρκικό εμβατήριο και ο “Κιόρογλου”, ρυθμός 5/8, που παίζεται κυρίως στη γιορτή του Προφήτη Ηλία. 

Παράλληλα όμως με τους ντόπιους σκοπούς έχουμε και τους ευρωπαϊκούς. 
Στο ρεπερτόριο των χορών διακρίνουμε τρεις κατηγορίες:

  • Η στερεότυπη σειρά των χορών
    Η μουσική ξεκινάει με συρτό, περνάει στο μπάλο, στη συνέχεια στον καρσιλαμά, στο ζεϊμπέκικο και τελειώνει με το «μαζωμένο» ή «πηδηχτό» ή «ανιγκασκό».
    Ο συρτός ρυθμός 2/4 χορευόταν κατά κανόνα από δύο άτομα, αλλά και από περισσότερα όταν άναβε το κέφι. Από το συρτό, το βιολί κάνει ένα γύρισμα, παίζει έναν αμανέ και περνάει στο μπάλο, που επίσης χορεύεται από δύο άτομα. Ακολουθεί ο καρσιλαμάς, ρυθμός 9/8, χορός αντικριστός για δύο. Περνάμε στο ζεϊμπέκικο, ρυθμός 9/8, επίσης για δύο άτομα, ή και “σόλο”.
    Τέλος, ο μαζωμένος ή πηδηχτός χορεύεται από πολλούς, στο αποκορύφωμα του γλεντιού, πηδηχτά, σα γρήγορος συρτός. Η σειρά δεν άλλαζε. Άγραφος κανόνας. Πολλές φορές χόρευαν και καλαματιανό, κυρίως στα πανηγύρια.
     
  • Χοροί παρεμβαλλόμενοι
    Με τον όρο αυτό εννοούμε χορούς που δεν αποτελούσαν μέρος της συνηθισμένης ακολουθίας, δε χορεύονταν από όλους και, μολονότι ήταν ρυθμοί γνωστοί, είχαν ιδιομορφίες, άλλαζαν την ατμόσφαιρα και έσπαζαν τη σειρά την τάξη. Αυτοί ήταν:
     
    Ο “τζάμκος”, ρυθμός 2/4, αργός συρτός που χορεύονταν από δύο. Γνωστός και σαν “χορός των μαχαιριών”. Ο ένας κρατούσε στο χέρι μαχαίρι ή τσιμπίδα που έπαιρνε από τον μπουφέ όπου έψηναν τον καφέ και προσποιούνταν ότι απειλούσε τον άλλον που έμενε καθισμένος και απαθής. Ο πρώτος διέγραφε κύκλους στον αέρα με το μαχαίρι του και έκανε πως έκοβε τη μύτη, τα αυτιά, το κεφάλι, τα γεννητικά όργανα του άλλου και με μια απότομη κίνηση κάθε φορά, τα πέταγε στους θεατές του χορού. Σ’ όλη τη διάρκεια του χορού επαναλάμβανε τις ίδιες κινήσεις που προκαλούσαν τα γέλια των θεατών. Χορός μιμικός που χορευόταν από ορισμένους μόνο και όταν είχαν κέφι ή παροτρύνονταν από την ομήγυρη. Ο χορευτής είχε την ικανότητα να πραγματοποιεί εξαιρετικά συγκεκριμένες κινήσεις.
     

    Ο “πουτάνικος” ή “ποτηράκια” ήταν επίσης μιμικός χορός εκτελούμενος από άντρες που παρίσταναν τις γυναίκες, κρατούσαν στα χέρια μικρά ποτηράκια που τα χτυπούσαν μεταξύ τους, ενώ η ορχήστρα συνόδευε μονάχα με το βιολί, το σαντούρι και το μπάσο, για να μη χάνεται ο ήχος των ποτηριών. Φαίνεται ότι ο χορός αυτός ήρθε στη Λέσβο από τους στρατιώτες που είχαν πάει στη Μικρασία το 1922 και στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μίμηση του χορού της κοιλιάς, όπως χορευόταν στα “ καφέ – σαντάν” της Σμύρνης και της Πόλης. 
     

    Ο “Αρκουδιάρης” ή “Αράπικος” χορός μιμικός και κωμικός ταυτόχρονα, εκτελούνταν από δύο άτομα, από τα οποία το ένα έπαιζε τον πιο σημαντικό ρόλο, ενώ το άλλο χρησίμευε για παρτενέρ. Ρυθμός 2/4, σαν ζωηρός συρτός. Ο χορευτής έκανε άγριες χειρονομίες, γούρλωνε τα μάτια, μιμούνταν την αρκούδα και έκανε πηδήματα. Χορός που χορευόταν κυρίως στο καρναβάλι, ήταν δε για κάποια περίοδο, σχεδόν αποκλειστικότητα ενός βοσκού με το παρατσούκλι «Μαρούλα». 
     
  • Χοροί ειδικών περιστάσεων
    Ο “νυφιάτικος” ή “νυφκάτος”. Χορευόταν από τις φίλες της νύφης πριν από το γάμο. Αφού τη βοηθούσαν να ντυθεί, έκαναν κύκλο γύρω της με σταυρωτά τα χέρια και της τραγουδούσαν στίχους κατάλληλους για την περίσταση, αυτοσχεδιάζοντας πολύ και σύροντας το χορό προς τα δεξιά. 
    Τα “τριψίματα”. Χορεύονταν σε κύκλο, συρτά, από νέους μεταμφιεσμένους τις μέρες του καρναβαλιού, ενώ τραγουδούσαν με τολμηρά λόγια και υπονοούμενα. Συχνά κάθονταν καταγής, τρίβοντας τα οπίσθιά τους κάτω.
    Να προσθέσουμε εδώ ότι από τις αρχές του αιώνα είχαν μεγάλη πέραση στους κύκλους των μορφωμένων οι ευρωπαϊκοί χοροί, κυρίως η πόλκα, η μαζούρκα και το βαλς, που έφταναν ως την Αγιάσο μέσω Σμύρνης (το Παρίσι της Ανατολής) ή μέσω των νέων που είχαν σπουδάσει στο εξωτερικό. Η μεγάλη πλειοψηφία, όμως, χόρευε τους ντόπιους χορούς. 

Χορευτικές περιστάσεις
Οι Αγιασώτες χόρευαν τις Κυριακές, στις θρησκευτικές γιορτές, στο καρναβάλι, στις χοροεσπερίδες, στα γλιτώματα της ελιάς, σε γάμους, αρραβώνες, βαφτίσια και οποιαδήποτε στιγμή, αυθόρμητα. Η πιο συνηθισμένη, όμως, χορευτική εκδήλωση ήταν η “πατινάδα” της Κυριακής, συνδεδεμένη με το παιχνίδι του έρωτα και του γάμου.

laogra05

Οι νέοι αλλά και οι μεγαλύτεροι, ξεκινούσαν παρέες - παρέες απ’ τα καφενεία της αγοράς, τα οποία αποτελούσαν το κέντρο της δημόσια ζωής της Αγιάσου, και μαζί με την κομπανία ή τους μεμονωμένους μουσικούς περνούσαν απ’ τα δρομάκια του χωριού, για να καταλήξουν στα λεγόμενα κουιτούκια, συνοικιακά καφενεδάκια που άνοιγαν μόνο Κυριακές και γιορτές και σέρβιραν ρακί, κονιάκ και στραγάλια.

Στις συνοικίες, λοιπόν, μπορούσαν να έρθουν σε επαφή με τις κοπελιές που περίμεναν μπροστά στα σπίτια τους να φθάσει η μουσική, καθισμένες στα “καριγλιά” τους, φορώντας την καλή τους βράκα και τα φλουριά στο στήθος. Οι γυναίκες και ιδιαίτερα οι νέες σπάνια κατέβαιναν στα καφενεία της αγοράς. Παρέμεναν στις γειτονιές, κεντώντας, πλέκοντας και κουβεντιάζοντας, καθισμένες έξω απ’ τις πόρτες των σπιτιών τους, μακριά απ’ τα βλέμματα των αντρών, οι οποίοι ανέβαιναν τις Κυριακές για να διασκεδάσουν και να εκφράσουν τον έρωτά τους χορεύοντας στα κουιτούκια, ενώ οι κοπελιές παρακολουθούσαν από κάποια απόσταση. 

Η κομπανία τηρούσε σειρά προτεραιότητας στις φιλικές παρέες, αλλά οι παρεξηγήσεις δεν έλειπαν ποτέ. Χόρευαν μόνο οι άντρες μεταξύ τους. Τις σπάνιες φορές που ο σύζυγος καλούσε τη γυναίκα του για χορό ή ο πατέρας την κόρη του, τους έδιναν την πρώτη θέση. Αυτό δε σημαίνει ότι οι γυναίκες δε χόρευαν. Στην πατινάδα της Κυριακής χόρευαν την ίδια ώρα υπό τους ήχους της μουσικής που έπαιζε για τους άντρες, αλλά μεταξύ τους, πίσω από τα σπίτια για να μην τις βλέπουν οι άντρες. Συνήθιζαν και το καλαματιανό.
Η μουσική κρατούσε ως το πρωί στα κουιτούκια και συνεχιζόταν με καντάδες κάτω απ’ τα παράθυρα των κοριτσιών. Το έθιμο της πατινάδας εξέπνευσε με το τέλος του πολέμου, όταν έκλεισε και το τελευταίο κουιτούκι.

Τα καφενεία και τα κουιτούκια ήταν ο χορευτικός χώρος των Αγιασωτών και στις θρησκευτικές γιορτές, ενώ στο καρναβάλι ο χορός μπορούσε να εκδηλωθεί οπουδήποτε και οποτεδήποτε, με τρόπο πιο ελεύθερο. Οι οργανωμένες χοροεσπερίδες που είναι υπόθεση της διανόησης, γίνονται σε αίθουσες κλεισμένες από πριν, ενώ στο γάμο, στους αρραβώνες, στα βαφτίσια, χορεύουν μέσα ή έξω από το σπίτι ή και στο καφενείο. Το χορό ανοίγει ο γαμπρός με τη νύφη. Στη συνέχεια καλούν τον κουμπάρο, τους γονείς και το γλέντι γενικεύεται, ενώ πέφτει “χαρτούρα” γενναιόδωρη στους μουσικάντες. Παλιότερα, τη μεθεπομένη μέρα και αφού διαπιστωνόταν η εκπαρθένευση της νύφης, γινόταν δεύτερο γλέντι, ο αντίγαμος.

Ευκαιρία για χορό παρέχουν και τα “γλιτώματα” της ελιάς. Από το Σεπτέμβρη ως το Πάσχα σχεδόν, το χωριό ζούσε και ζει στο ρυθμό της ελιάς. Το λιομάζωμα άρχιζε το Νοέμβρη και κορυφωνόταν Γενάρη και Φλεβάρη. Την τελευταία μέρα της συγκομιδής οι γυναίκες, με έξοδα του αφεντικού, ετοίμαζαν φαγητά και γλυκά και όταν ερχόντουσαν στο κέφι με μερικά ποτηράκια κρασί, το έριχναν στο χορό, είτε στο κτήμα, είτε στην Καρήνη, τοποθεσία με πλατάνια όπου κατέληγαν όλοι οι δρόμοι του ελαιώνα. Αν το αφεντικό ήταν κουβαρντάς, έφερνε κομπανία, αλλιώς αρκούνταν στο νταούλι και στο ζουρνά ή κρατούσαν οι ίδιοι το ρυθμό με τενεκέδες. 

Ύστερα από μερικές ώρες έπαιρναν το δρόμο για το χωριό, άντρες και γυναίκες μαζί, πιασμένοι από τα μπράτσα και τραγουδώντας για να συνεχίσουν το γλέντι στα καφενεία του χωριού. Η χορευτική ατμόσφαιρα στα γλιτώματα φαίνεται ότι ήταν πολύ πιο ελεύθερη, αφού άντρες και γυναίκες δούλευαν μαζί στον ίδιο χώρο για μήνες.

Η χορευτική συμπεριφορά 
Το ύφος του χορού ήταν μετρημένο, συγκρατημένο. Οι Αγιασώτες δεν αγαπούσαν τις πολλές φιγούρες. Επίσης, δεν χόρευαν άλλους χορούς από τους δικούς τους, ενώ αντιμετώπιζαν ειρωνικά και περιφρονητικά τις χορευτικές εκδηλώσεις των ξένων που έρχονταν στο χωριό. Συχνές δε ήταν οι συγκρούσεις με τους ομόφυλούς τους Μικρασιάτες, οι οποίοι σαν πιο εύποροι μονοπωλούσαν το χορό με τα μπαξίσια τους. 

Το μουσικοχορευτικό τοπίο στην Αγιάσο αλλάζει σταδιακά μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο και ιδιαίτερα από τις αρχές της δεκαετίας του ‘50. Οι μεγάλες οικονομικοκοινωνικές αλλαγές, ο ξενιτεμός, τα νέα ήθη, αλλά και η εισβολή του γραμμόφωνου και του ραδιόφωνου αλλοιώνουν την παράδοση.
Σήμερα, οι Αγιασώτες χορεύουν ακόμα παλιούς σκοπούς και χορούς, αλλά πολλά νέα στοιχεία έχουν υπεισέλθει (ακορντεόν, μπουζούκι, συνθεσάιζερ). Οι ευκαιρίες για χορό έχουν περιοριστεί, κυρίως στα θρησκευτικά πανηγύρια και στις εκδηλώσεις διαφόρων συλλόγων. Ο χορός δεν αποτελεί πια καθημερινή πρακτική.

Η Αγιασώτικη παραδοσιακή φορεσιά
 
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Αγιασώτικης παραδοσιακής φορεσιάς από τον 18ο αιώνα και πέρα, αποτελεί το σκαλωτό σαλβάρι το οποίο συναντιέται και σε άλλα χωριά της Λέσβου, όπως στο Πλωμάρι. Είναι συνήθως εξάφυλλο και το πλάτος μοιράζεται στα τρία. Τα δύο πλάγια τμήματα τα οποία σχηματίζουν τα σκέλη της βράκας, τα καλαμοβράκια - “οι κλαπάτσες” όπως λέγονται - είναι πιο μακριά από το μεσαίο τμήμα της που αποτελεί τη “σέλα”. Η αναλογία στο μάκρος του καλαμοβρακιού σε σχέση με αυτό της σέλας εξαρτάται από το ύψος της γυναίκας και αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για το σωστό ζύγισμα της βράκας. Τα καλομοβράκια, που συχνά γίνονται από απλό πανί για οικονομία, καταλήγουν σε βρακοθηλιές από όπου περνά συνήθως πλεγμένο γαϊτάνι, η “βρακοζώνη”. Δένονται κάτω από τα γόνατα και σκεπάζονται καθώς η βράκα πέφτει αναδιπλωμένη ως κάτω στους αστραγάλους. 

laogra07

Εκείνο που κάνει να ξεχωρίζει το σαλβάρι, ιδιαίτερα της νέας γυναίκας του νησιού, είναι το υφαντό με τα ζωηρά ζεστά χρώματα όπως το κόκκινο και το κίτρινο και η ζωντάνια των καρό και ριγωτών σχεδίων που γίνεται πιο έντονη στους συνδυασμούς με το λευκό και στις ποικίλες συνθέσεις με το “γερανιό”, το “μαβί”, το πράσινο. Τα υφαντά γινόταν στο σπιτικό αργαλειό, δουλεμένα με ιδιαίτερη τέχνη και μεράκι.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της βρακούσας ήταν επίσης ο αυξημένος όγκος της βράκας, το “παραγέμισμά” της με δύο, τρία ή και περισσότερα βρακιά, όμοια ή μικρότερα σε μέγεθος από το εξωτερικό. Τα κατωβράκια αυτά, όπως τα ονόμαζαν οι Αγιασώτισσες, μαζί με το μεσοφούστανο που φορούσαν κατάσαρκα ήταν απαραίτητα ιδιαίτερα στις γιορτινές τους εμφανίσεις. 

Αυτά τα συνοδευτικά ενδύματα έδιναν με τον όγκο τους εκείνη την πλαστικότητα στη φόρμα του σαλβαριού που χάριζε στη βρακούσα μια θηλυκότητα πληθωρική, σύμφωνα πάντα με τις αισθητικές αντιλήψεις της εποχής. 
Η φορεσιά συμπληρωνόταν με το καμιζόρι και το χρυσοκεντημένο λιμπαντέ που φορούσε η νέα γυναίκα πάνω από το καλό της πουκάμισο.

Από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα η ευρωπαϊκή μόδα, που εισέβαλε και στα χωριά του νησιού, παραμέρισε σιγά σιγά την τοπική φορεσιά. Η εγκατάλειψη της λαϊκής φορεσιάς ξεκινά, όπως συνήθως, από τις ανώτερες κοινωνικά τάξεις που φέρνουν τα ενδύματά τους από την Πόλη, τη Σμύρνη ή κέντρα του εξωτερικού. Η τάση αυτή είναι πιο έντονη στην πόλη της Μυτιλήνης. Το φουστούνι με τις πυκνές πτυχώσεις αρχίζει να επικρατεί περισσότερο. Οι βρακούσες εκείνες με τα όμορφα σαλβάρια και τα πολύχρωμα υφαντά δεν υπάρχουν πια. Παρ’ όλα αυτά, στην ορεινή Αγιάσο ίσως να δείτε πολλές γερόντισσες που φορούν ακόμα τη βράκα. 

Μα και η αγρότισσα, που ακολουθεί πια τη μόδα όταν βγαίνει στα χωράφια το χειμώνα, γίνεται κι αυτή βρακούσα. Φορά τότε τη συνηθισμένη της βράκα, ή μια πιο λιτή, πιο εύχρηστη, και αμολιέται στις πλαγιές για να μαζέψει ελιές ή κάστανα. Μια συνήθεια που κρατά ως σήμερα, που η ενδυμασία με το σαλβάρι έγινε μουσειακό είδος.